ΔΥΟ ΕΛΛΑΔΕΣ Ή Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΗΣ ΜΕΛΙΣΣΑΝΘΗΣ

 

ωω92

Έχω ξαναμιλήσει, σ’ αυτήν εδώ την σειρά, για τον χαμένο πλέον άξονα της μεταφυσικής οπτικής που διαπερνά το έργο του Χατζιδάκι και για την δυσκολία να ξαναβρεθεί, τη απουσία του (ιδίου), το υποφωτισμένο μονοπάτι που θα οδηγούσε σε μια επαρκή εκτέλεση των έργων του σήμερα. Ο Χατζιδάκις δεν ήταν μόνος του στην αναζήτηση αυτού του άξονα. Περισσότερο ή λιγότερο συνειδητά απ’ τον ίδιον, οι σύντροφοι της γενιάς του παρέκαμπταν το πολύβουο της εορτής με τα φράγκικα ενδύματα και αναζητούσαν στα αποκαΐδια της ήττας σημάδια απ’ την λάμψη μιας διαφεύγουσας ελληνικότητας, όχι εθνικοφρονούσας αλλά λαμπερής όσο τα σπαράγματα του Σολωμού και παρηγορητικής όσο η γλώσσα του Ερωτόκριτου.

[Ήδη απ’ το 2007 έγραφα για τούτα, στο “ΣΕ ΠΟΙΟΝ ΑΝΗΚΕΙ Ο ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ”, μια κυκλική αλλά όχι εντελώς άχρηστη φλυαρία σε δυο μέρη, που θα βρείτε στον φάκελο «ΣΤΗΝ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑ ΠΟΥ ΑΝΑΠΝΕΟΥΝ ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ» αυτού εδώ του ιστότοπου.]

Επιστρέφοντας στον χρόνο μας: Στις 4 και στις 5 Νοεμβρίου, παρουσιάστηκε, στο ΚΠΙΣΝ, πλήρης, η “Εποχή της Μελισσάνθης”. Το έργο είναι κομβικό για την κατανόηση της σημασίας του Χατζιδάκι και φιλοξενεί στο λυρικό του σώμα δυο διαστάσεις της οπτικής του δημιουργού του για την Ελλάδα, όσο και έναν υποδόριο θρήνο για τον χαμένο συλλογικά άξονα για τον  οποίο μίλησα παραπάνω. Αυτός ο θρήνος λειτούργησε με τον ίδιο τρόπο στο έργο και στη ζωή του Χατζιδάκι, εξού και ο αόρατος βασανισμός κάθε τέτοιου ευλογημένου ανθρώπου.

Μέσα στην κρίση που, αποκοιμισμένοι, διαπερνάμε, σαν μες σε νεκρική βάρκα που κινείται νανουριστικά απ’ την μια πύλη του βίου προς την άλλη, δεν μπορεί παρά τέτοιες “επιστροφές” να απαιτούν την πλήρη μας προσοχή, πολύ περισσότερο όταν πρόκειται για έργα που σε εξίσου δύσκολες ώρες μας έθρεψαν. Κάθε σωσίβιο είναι άξιο της προσοχής μας, και, στ’ αλήθεια, τι σωσίβιο υπήρξε εκείνη η Μελισσάνθη!

Ο λόγος που ασχολούμαι με την συγκεκριμένη επανεκτέλεση είναι -αρχικά- για να υπενθυμίσω τις πολλαπλές δυσκολίες που αντιμετωπίζει σήμερα μια προσπάθεια διείσδυσης στον πυρήνα ενός σημαντικότατου έργου το οποίο όμως συμβαίνει -εξαιτίας της σημασίας του- να κρύβει άλλους κανόνες ανάγνωσης απ’ τους αναμενόμενους. (Έτσι κι αλλιώς είμαστε «άλλοι» σήμερα, ακινητοποιημένοι μες στις μυλόπετρες μιας απογοητευτικά απομαγευμένης σύγχρονης ζωής, και η προσπάθειά μας να προσεγγίσουμε έστω την αύρα τέτοιων έργων, απαιτεί μια πρώτη προσευχή.)

Θα προλάβω να πω ότι θεωρώ την συναυλία της 5ης Νοεμβρίου, που εγώ παρακολούθησα, μια άρτια από κάθε άποψη στιγμή, με εξαίσιους -κατά πως λένε- συντελεστές, ωραία σκηνική παρουσία και ενθουσιώδες κοινό. Ήταν ταυτόχρονα όμως -και για τους παραπάνω ακριβώς λόγους- μια προδοσία στο πνεύμα του Χατζιδάκι, μια “απελευθέρωση” μέσα σε μια καινούργια φυλακή -ας το πούμε: μια φυλακή με αρχιδεσμοφύλακα την «αισθητική»- όπως και η τότε απελευθέρωση υπήρξε. Πολύ περισσότερο όμως, η συναυλία ήταν παραδόξως μια προδοσία της περιοχής που το ίδιο το έργο θα ήθελε να φωτίσει μέσα μας, και θα εξηγήσω παρακάτω το γιατί. [Προχωρούσαμε αμέριμνοι όσο πίσω μας συνέβαιναν τα πλέον αποτρόπαια..]

Η Μελισσάνθη είναι ένα σύνολο θραυσμάτων εσωτερικών ποιητικών τόπων, που αλιεύθηκαν απ’ το βλέμμα του έφηβου Χατζιδάκι στον καιρό εκείνης της κατοχής και εκείνης της “απελευθέρωσης”, και που ζωντάνεψαν πολλά χρόνια μετά για να θέσουν το καίριο ερώτημα της θέσης μας μέσα στο σκηνικό που κληροδότησε σ’ αυτόν τον λαό η μοίρα του ή τα αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα των “μεγάλων” του κόσμου εκείνου. Το κληροδότημα αυτό μας πλάκωσε σαν φοβέρα και σαν σκλαβιά ήδη απ’ την εποχή του Σολωμού, μα και πολύ πριν απ’ αυτήν:

“Μοναχή το δρόμο επήρες, εξανάλθες μοναχή…” Δεν είναι τυχαίος ο κυματισμός του εθνικού ύμνου στο τέλος της “Λησμονημένης”. Το φάσμα του Σολωμού και η αποκαθαρκτική ηχώ του έργου του μέσα στον Χατζιδάκι ήταν από τους καίριους οδηγούς, μαζί με τα ψιθυρίσματα του Μακρυγιάννη και το αυθεντικό δάκρυ του ρεμπέτικου. Η Μελισσάνθη τα φιλοξενεί όλα, όπως φιλοξενεί και όργανα της «δυτικής» ορχήστρας, που καλέστηκαν για να αγκαλιάσουν τους πρωταγωνιστές αυτής της μυθικής νεοελληνικής στιγμής, που είναι άλλοι -η ορχήστρα είναι μια λεπτομέρεια, αν με καταλαβαίνετε. Εδώ δεσπόζουν τα όργανα-σύμβολα:

Τα μπουζούκια και ο μπαγλαμάς, σαν σπαρακτικές εικόνες του άγιου υποκόσμου του ρεμπέτικου. Το μαντολίνο, σαν το μοναχικό δάκρυ ενός κατ’ ιδίαν θρήνου. Οι κιθάρες ως αδρός μοναστηριακός πάγκος που πάνω του απλώνονται τα εργαλεία της γιορτής στη στιγμή της εξομολόγησης. Το ταμπούρλο, ως εμμονικός ήχος του πολέμου εκεί έξω όσο και της ζωντανής ακόμα καρδιάς που σπάει στην θέαση της ασυνέχειας Άνοιξης και θανάτου. Ο ψάλτης και ο -βυζαντινός κατά πώς θα έπρεπε- χορός, σαν απόηχος των ιερών -τα Σα εκ των Σων- της δικής μας εκκλησίας, όχι σαν γραφικό σκηνικό μα σαν πλήρης τρόπος ανάγνωσης του κόσμου και σαν μοναδικό φίλτρο θέασης του γηγενούς φωτός “εκεί έξω” (και ΕΚΕΙ ΕΞΩ) όσο και “εδώ μέσα”. Η παιδική χορωδία, σαν βασανιστική επιστροφή στην οπτική του “από εδώ, χαμηλά!” των δικών μας αγγέλων, που δεν αποστρέφονται το χώμα αλλά το αποζητούν ως τόπο πλήρωσης του ιερού μέσα μας κύκλου. Η χορωδία, στην συνέχεια, αυτόνομη, ως υπομνηματισμός μιας ανέφικτης συντροφικότητας, μα ταυτόχρονα παράξενα εφικτής μέσα στον συλλογικό μύθο, που αναπνέει στο κατ’ ιδίαν της προσωπικής αντίστασης σε κάθε λίγη ή πολλή βαρβαρότητα, που είναι ακριβώς ίδιες ποσότητες σε αυτήν εδώ την κλίμακα αξιών. Οι δύο νέοι και  η ερωτική τους σχέση με τον πάντοτε χώρο και τον πάντοτε χρόνο. Η μπάντα που περιδιαβαίνει τους δρόμους μες στα αρώματα του επιταφίου, μέσα στην ανεστραμμένη χαρμολύπη μιας απελευθέρωσης που θα αποδειχτεί όχι Ανάσταση μα οριστικός τάφος της ελπίδας και θρήνος της Μελισσάνθης ως διαρκής ζώσα δυνατότητά μας. Και πάνω απ’ όλα, η κυρίως ιέρεια του μύθου, που είναι ο ίδιος ο Χατζιδάκις που μιλά με την φωνή τότε της Φαραντούρη, τώρα της Θεοδώρας Μπάκα. Και η ροή των θραυσμάτων καλά κρατεί και αναπτύσσεται μέσα μας και έξω μας, ες αεί.

Πώς να μην δω λοιπόν ότι η Μελισσάνθη το μόνο που δεν είναι, είναι ένα συμφωνικό έργο; Κατ’ αυτό, η εκτέλεση που άκουσα προχτές ήταν εξαιρετική, αλλά γι’ αυτό και απολύτως λανθασμένη. Γιατί; Επειδή η αισθητική προηγείτο του νοήματος, κι αυτό δεν είναι ο τρόπος της καθ’ ημάς παρουσίας στον κόσμο αυτόν.

Ήδη στην υπάρχουσα ηχογράφηση, που μαζί με τις μνήμες των πρώτων εκτελέσεων είναι τα μόνα δείγματα των προθέσεων του Χατζιδάκι, φαίνεται η ανάγκη να φωτιστούν τα όργανα με ένα σχεδόν αφύσικο φως, φως αναστάσιμο, που θα τα εγκαταλείψει -εξόχως ανάγλυφα- να μας συνοδεύουν στις αυριανές μας αναζητήσεις της ταυτότητάς μας ως συλλογικότητας αυτού εδώ του τόπου που ονοματίζουμε ελληνικό και που επιπλέον υπερηφανευόμαστε γι’ αυτόν. Το μπουζούκι θα έσπαγε τα τύμπανα, και το πάθος της μοναξιάς του θα ξέσκιζε την ωραία κουρτίνα του ΚΠΙΣΝ. Δεν υπήρξε προχτές τέτοιο πάθος, παρόλες τις εξαίσιες προσπάθειες του Λουκά Καρυτινού, και ο λόγος είναι πως αυτό είναι ένα έργο που δεν μπορεί παρά να φωτίζεται από κάποιες δεξιοτεχνικές κινήσεις στην κονσόλα, άρα ο τρόπος της στενά συναυλιακής παρουσίασής του ήταν λάθος, μάλιστα με την οπτική της πολυπόθητης “ισορροπίας” των οργάνων, αυτό που κάθε καλός μαέστρος θα αναζητούσε. Όχι, εδώ η -επιτευχθείσα- ισορροπία είναι μια αμαρτία. Ακριβό ζητούμενο θα ήταν μια έξοχη ποιητική Ανισορροπία, μια κατά το δυνατόν προετοιμασμένη “στραβοτιμονιά προς την αντίθετη κατεύθυνση” κατά πώς έλεγε ο Ελύτης, που θα αποκάλυπτε γυμνό το σώμα της Μελισσάνθης όσο και την ματωμένη αλήθεια της πεινασμένης μας ψυχής.

Μα, θα μου πείτε, κι ο Χατζιδάκις ο ίδιος παρουσίασε την Μελισσάνθη σε συναυλιακή μορφή, και μάλιστα όχι με τις ίδιες -υποτίθεται- καλές ηχητικές συνθήκες που ένα κοτζάμ ΚΠΙΣΝ υπονοεί. Ήμουν ευτυχής παρών σε εκείνες τις πρώτες εκτελέσεις, και διατηρώ ακόμα ζωντανή στην μνήμη μου την συγκίνηση αλλά και την ακριβή θέαση της χαίνουσας πληγής του μύθου της Μελισσάνθης, που θα γινόταν στο μέλλον διαρκές ερώτημα για την ταυτότητά μου, κι αυτό νομίζω πως ήταν η συνειδητή πρόθεση του Χατζιδάκι. Εκείνος λοιπόν ήξερε να φωτίσει τα σύμβολα των οργάνων και όχι απλά την μουσική τους διάσταση, την άρθρωση, το χρώμα, τις δυναμικές. Κι αυτό γιατί όποιος τον έβλεπε και τον ήξερε (εννοώ οι συμμετέχοντες σ’ εκείνες τις εκτελέσεις) ψυχανεμίζονταν το από ποια μεριά να διαβάσουν τις κινήσεις του, γιατί δεν άφηνε κανένα περιθώριο παρανόησης.

Ας το πω οριστικά αλλιώς: Ο Χατζιδάκις διηύθυνε την Μελισσάνθη οδηγώντας την μέσα απ’ τον μύθο του εφήβου κι όχι μέσα απ’ την εμπειρία του μουσικού, για αυτό και ήταν σπουδαίος, όχι στενά σαν μουσικός, αν με καταλαβαίνετε. Το “μουσικός” υπήρξε για αυτόν μια ελάχιστη λεπτομέρεια. Αλλού παίζονταν το παιγνίδι: Στην αναζήτηση εκείνου του μεταφυσικού άξονα που εξέλιπε απ’ την στιγμή που στραφήκαμε προς την δύση και της επιτρέψαμε να καθρεφτίσει το είδωλο του παρελθόντος μας όσο και το διαρκές μας παρόν με τον δικό της παραμορφωτικό τρόπο. Και όχι μόνο το επιτρέψαμε, αλλά αγαπήσαμε τους νεκροθάφτες μας, εθελόδουλοι και τυφλοί, καλά να πάθουμε, και στο εξής με κάθε τρόπο δεν διεκδικήσαμε τίποτε παρά την πάνδημη αναγνώριση εκείνης της πλαστής ταυτότητας που ακόμα μας στοιχειώνει. Η νυν κρίση είναι μια ελάχιστη ουρά εκείνου του άθλιου ξεπουλήματος της ψυχής μας σε μισάνθρωπους που σε έναν δίκαιο κόσμο θα έπρεπε να μας γυαλίζουν τα παπούτσια, κι εννοώ φυσικά τα παπούτσια της πραγματικής μας ιστορικής ταυτότητας. Ετούτο δεν είναι γκρίνια ασφαλώς, μα απλή διαυγής διαπίστωση. Βρέθηκαν μερικά «σωσίβια» μόνο, για να μας υπενθυμίσουν πως δεν είμαστε τα δουλικά σ’ αυτό το μεταφυσικό παιγνίδι των βαθύτερων ποιοτήτων. Ο Σολωμός, ο Byron, ο Μακρυγιάννης, ο Παπαδιαμάντης, ο Σεφέρης αργότερα, φαίνονται ίσως στην πρώτη γραμμή, όχι βέβαια σαν «λογοτέχνες» μα σαν κραυγές μέσα στην απόλυτη νύχτα της φυλακής μας. Ο Ελύτης, αλλιώς. Ποιος άκουγε όμως; Ακολούθησε με τον τρόπο του ο Χατζιδάκις πιασμένος πάντα χέρι χέρι με τον ακριβό του φίλο τον Γκάτσο, την πολύτιμη μετέωρη ανάμεσα στους κόσμους γέφυρα, και πλήθος ακόμη ανωνύμων, αυτών που αποτελούν την κυρίως, την ανίκητη, εφεδρεία ετούτης της στρατιάς, πραγματικά ανίκητης ακόμα και σήμερα, αν δούμε σωστά.

Λέω πως άνθρωποι σαν τον Χατζιδάκι κατανόησαν τον μηχανισμό της αρρώστιας μας, και θέλησαν να την πολεμήσουν με το έργο τους, αποτόλμησαν μιαν απεγνωσμένη όσο και μάταιη επίθεση αυτογνωσίας. «Μάταιη» -ιδού η φύση των καθ’ ημάς πραγμάτων, κατά πως έλεγε από τότε η Αρετούσα μες στον θρίαμβο του Ερωτόκριτου και της γλώσσας μας-  αλλά ταυτόχρονα ιερά νικηφόρα στον πυρήνα αξιών του δικού μας κόσμου. Ποιος είναι αλήθεια που κερδίζει εδώ;!

[Δεν μπορώ εδώ παρά να υπενθυμίσω ότι μερικά πράγματα είναι σχεδόν αδύνατον να ειπωθούν, γιατί προϋποθέτουν μια ολίσθηση μες στο όνειρο την στιγμή ακριβώς που τα διατυπώνεις -σαν τον κυνηγό που θα έψαχνε στον ξύπνιο του τις μπεκάτσες που πυροβολούσε κοιμώμενος- και ιδού το αδιέξοδο του δημοσίου διαλόγου και η ανάγκη της πρωτοκαθεδρίας εκείνου που ο Χατζιδάκις έλεγε καφενείο, ενός τόπου δηλαδή που θα χωρούσε κάθε αιρετική έκφραση, κάθε παιγνίδι, ενός τόπου που θα φιλοξενούσε ίσοις όροις την λογική και το αίσθημα, την τρέλα, το πάθος, αλλά επίσης -όταν τα πράγματα δυσκολεύουν- την εμπιστοσύνη στην αλήθεια την «μετά την φύση», σαν να επιστρέφεις όμως στο σπίτι σου και να βγάζεις τα παπούτσια για να ξεκουραστείς, κι όχι σαν να ζητιανεύεις ψίχουλα απ’ το τραπέζι του Μεγάλου Αφέντη.]

Πολλοί φίλοι έφυγαν εκστασιασμένοι απ’ την προχτεσινή παράσταση, κάποιοι μάλιστα συγκινημένοι. Καταλαβαίνω το γιατί, και επίσης, εγώ που ήμουν στις πρώτες παρουσιάσεις του έργου (μου αρέσει να λέω παρουσιάσεις, όπως θα έλεγα φανερώσεις της αληθείας -ανάμεσα σ’ αυτές τις φανερώσεις κι αυτή στην γενέτειρά μου, στο Ηράκλειο του 1980), δεν μπορώ παρά να σας εκμυστηρευτώ ότι με πλημμύρισαν δάκρυα όταν το σώμα της μπάντας του πολεμικού ναυτικού περπάτησε με κάθε επισημότητα, με τις λαμπερές στολές και με τα σιρίτια μπροστά στα μάτια μου για πρώτη φορά, και όποτε περνούσε ξανά και ξανά κατά την διάρκεια του έργου. Τόσο ισχυρά είναι τα σύμβολα μέσα στο έργο του Χατζιδάκι, που παρόλο που αναγνωρίζουμε το έργο “εκ μέρους”, κατά πως έλεγε κι ο Απόστολος, υποπτευόμαστε το πλήρες σώμα της συγκίνησής του και δεν μπορούμε παρά να κλάψουμε γι’ αυτό το σώμα.

Ναι, η μπάντα ήταν έτσι, παρούσα σε κάθε ανάγνωση του ονείρου και πλήρης συγκίνησης, όπως και πολλά άλλα “επί μέρους”. Όμως, ξαναλέω, το έργο θα καταδεχόταν να αποκαλύψει την πλήρη του δύναμη μονάχα αν η οπτική ήταν εξ’ αρχής άλλη. Δύσκολα πράγματα θα μου πείτε, γιατί αυτό θα προϋπέθετε τον ίδιο τον Χατζιδάκι. Όχι ακριβώς, τολμώ να πω, γιατί αυτό με τη σειρά του θα σήμαινε ότι αυτός δεν άφησε τίποτα ουσιαστικό πίσω του ως κληρονομιά!

Να πω λοιπόν ότι και το έργο του το μουσικό είναι εδώ για να αποκρυπτογραφηθεί (όχι με τα στενά «μουσικά» μέσα που θα το στένευαν) και η μυθολογία του είναι εδώ για να απευθυνθεί στην λυρική πλευρά της ψυχής μας και να την καθοδηγήσει στις προσωπικές του καθενός ατραπούς, και η στάση του απέναντι στο σθένος του ελληνισμού όπως ο ίδιος τον αντιλαμβάνονταν είναι εδώ, για να μας προφερθεί σαν ακριβό δώρο. Είναι στην διακριτική μας ευχέρεια το τι απ’ τα παραπάνω θα πάρουμε. Μερικές φορές δεν γίνεται παρά να κρατήσεις εκείνα που οι συνθήκες προσφέρουν. Μπορεί το ΚΠΙΣΝ να μην είναι κατάλληλο για τέτοια βαθιά καμώματα. (Και πώς να είναι άλλωστε όταν χτίστηκε κατά τεκμήριο στους αντίποδες της σύνολης στάσης ζωής που συζητάμε;) Πάντως χαρήκαμε τις εξαίσιες μελωδίες, όπως και τα εξαίσια όργανα, τις φωνές, ακόμα και το θαυμάσιο ηχόχρωμα και την μουσική άρθρωση της Θεοδώρας Μπάκα, που είχε αναλάβει τον δύσκολο ρόλο που το 1980 έφερε η Φαραντούρη.

Όμως: Η εκφορά του Λόγου σε τέτοια έργα κρατάει κάτι απ’ την αγιότητα της Πυθίας, για αυτό μόνο η Φαραντούρη (με την παρουσία του Χατζιδάκι δίπλα της, και ξέρουμε πόσο συγκινητικά αυτή, η Μαρία, ακουμπούσε στην πιο βαθιά του περιοχή, εκστατική σαν παιδί και βυθισμένη στο “από κει”, σαν αρχόντισσα κάθε τρυφερής εκφοράς του αποτρόπαιου, έτσι ώστε αυτό να εντυπώνεται στην ψυχή μας σαν προσευχή και σαν πύλη προς την ουτοπία, και να η αξία αυτού του τρόπου!), μόνο η Φαραντούρη μπόρεσε λοιπόν να σταθεί -ευνοημένη απ’ την φύση της και απ’ την φύση της ιστορίας της- αντάξια μιας Πυθίας, τραγουδώντας την Μελισσάνθη. Κι αυτό δεν λέει κάτι κακό για την Μπάκα που δεν γίνεται παρά να θαυμάσεις τον τρόπο της μέσα στις άλλες παραδόσεις που με αδιαμφισβήτη επιτυχία υπηρετεί, και τον τρόπο της όταν αγκαλιάζει εκείνα τα άλλης εποχής και άλλης αισθητικής (αλλά κυρίως «άλλου κόσμου») έργα, που απαιτούν ίσως μιαν ορθοφωνία και μιαν ορθολογική στάση που στην Μελισσάνθη ηχεί -και είναι- άκομψη.  Εδώ μιλάμε για την ανάγκη μιας ιέρειας, και ο τρόπος να προσεγγισθεί αυτό το έργο του Χατζιδάκι είναι ασφαλώς διαφορετικός. “Απ’ την πλευρά της ζωής” έλεγα κάποτε, αλλά εδώ, θα τολμούσα να πω “απ’ την πλευρά της μεταφυσικής αίσθησης για την φύση και για τον θρήνο”, δηλαδή απ’ την πλευρά της ζώσας ακόμα μέσα μας παράδοσης, είτε αυτή βρίσκεται στην επαφή μας με την (ανατολική, εδώ) εκκλησία, είτε στην επαφή μας με το ιερό ρεμπέτικο, είτε στην επαφή μας με τον έρωτα των δύο νέων που συνοψίζουν τα παραπάνω. Ή, για να το πω καλύτερα: Τα παραπάνω δίνουν το λυσάρι, το λεξικό, που μας αποκαλύπτει τι είδους ερωτισμός είναι αυτός που απαιτείται για να διαβάσεις την Μελισσάνθη, δηλαδή τον εσωτερικό μύθο του Χατζιδάκι και των φωτισμένων συναθλητών της γενιάς του.

Μετέωρο, ως αρμόζει, κι αυτό το κείμενο, εν όψει ίσως μιας συνολικής ανακατεύθυνσης στις αναζητήσεις μας όταν πατάμε σ’ αυτές τις περιοχές (με την υποσημείωση πως αυτές οι περιοχές μοιάζει να είναι η μόνη πραγματικά δική μας ζωή που απέμεινε).

Τι θα πάρουμε σήμερα απ’ τα παραπάνω; Ήδη το γεγονός ότι ένα τέτοιο έργο παρουσιάζεται στο φαραωνικό ΚΠΙΣΝ, που σου ζητά να μνημονεύεις σε κάθε σου αναφορά το όνομα ενός επιχειρηματία, λες και μια τέτοια τύχη μας άξιζε, ήδη αυτό είναι μια προδοσία προς το έργο. Θα μου πείτε: γίνεται αλλιώς; Ας είναι αυτό μια άλλη συζήτηση. Όμως αυτό το “δεν γίνεται αλλιώς” ίσως διαιωνίζει τον διχασμό που η Μελισσάνθη περιγράφει, το ότι δηλαδή δυο είναι οι Ελλάδες και ο καθένας διαλέγει σε ποιαν απ’ τις δυο θα ζήσει την ζωή του. Με αισθητική ή με αίμα;

Ο Χατζιδάκις θα είναι εκεί και στο μέλλον μας, για όποιον θα μπορεί να τον διαβάσει. Όμως για να τον διαβάσεις θα πρέπει να ζεις στην ίδια μ’ αυτόν Ελλάδα, ειδάλλως θα τον ξεφυλλίσεις σαν περιοδικό της εποχής του Φίνου, με εξώφυλλο την Βουγιουκλάκη. Πειράζει αυτό; Όχι βεβαίως, μόνο που όταν αλαλάζουν τα κύμβαλα δεν “ακούς τις μυρωδιές”, που λέμε στην Κρήτη, κι εμείς ζούμε σε εποχή αδιαλείπτως αλαλαζόντων κυμβάλων.

Στους αντίποδες: Οι τοιχογραφίες σ’ αυτόν τον τόπο είναι πάντοτε παλίμψηστα. Σκαλίζεις, σκαλίζεις, και ποτέ δεν εξαντλούνται.

Γιώργος Μουλουδάκης, 12 Νοεμβρίου 2017

caf5546c-d127-4c07-8f9b-a149972bb07d_6

 

Advertisements

ΜΥΡΤΩ / ΣΩΜΑ ΤΟΥ ΠΕΝΘΟΥΣ

05_hand

P.Kokkinias

 

στην Αθηνά, στον Γιώργο, στην Αναστασία

Το παρακάτω γράφτηκε το βράδυ που έμαθα το τραγικό νέο, και γράφτηκε αυτόματα, οπότε δεν μου ανήκει. Ανήκει ίσως στην συλλογική ανάγκη να μιλήσουμε με λέξεις που πασκίζουν να χωρέσουν το νόημά τους χωρίς ποτέ να τα καταφέρνουν, είναι παρόλα αυτά οι μόνες που διαθέτουμε. Πολύ περισσότερο, αυτός που κάθε φορά τις χειρίζεται είναι ένας, οπότε ας του συγχωρεθεί η φτώχια τους σε σύγκριση μ’ εκείνα που θα μπορούσαν να έχουν πει. Τα πρόσωπα είναι πάντα πιο πλούσια, κι ο τρόπος που ακουμπάνε μέσα μας διαρκής και ανεκλάλητος. Θα χρειαζόταν μια ζωή να περιγράψεις μια ζωή, ή ίσως μόνον η μαγεμένη σύμπνοια όλων μας την στιγμή του εσωτερικού συλλαβισμού. Σήμερα, το μόνο που αξιώνομαι είναι να υποκλιθώ στην βαθιά αγνότητα αυτού του προσώπου που έφυγε και τώρα το βρίσκω στην πιο ακριβή γωνιά της μνήμης, όσο και στον πόνο των δικών της που τους προσφέρθηκε η φωτεινή προίκα να ζήσουν μιαν επιπλέον ζωή στο όνομα αυτής που τους προίκισε. Να κάτι όμορφο, όσο κι εκείνο το κορίτσι, ένα λιβάδι από δυνατότητες. Τι παραπάνω μπορεί ο θάνατος απ’ το να υπογραμμίσει τη ζωή;

Αντιγράφω απ’ την 12η Σεπτεμβρίου:

 

Μου επιτρέπεται να πενθήσω κάποιoν που δεν ξέρω; Μου επιτρέπεται να θρηνήσω για ένα πρόσωπο που δεν με ξέρει, μα που είναι βαθιά χαραγμένο στην ψυχή μου;

Κι όμως, την συνάντησα. Κοίταζε το κινητό της χυμένη σε μια καρέκλα της τραπεζαρίας, απέναντι, όσο οι υπόλοιποι μιλούσαμε. Έμοιαζε να μην την απασχολούν αυτά που λέγαμε, συμμετείχε όμως με μια ευγενική απροθυμία, κι ύστερα έπεφτε ξαφνικά στην αγκαλιά της μάνας της. Μια ευγνωμοσύνη ξεχείλιζε μέσα της, σκέφτηκα, και την έφερνε στην ηλικία που ήταν επιτρεπτές τέτοιες διαχύσεις, κάτι με παραξένευε όμως: Αυτή, η αρχόντισσα κάθε εφηβικής φαντασίωσης, αυτή, που τα μάτια της ήξεραν περισσότερα για μένα από μένανε τον ίδιο, καταδεχόταν το λοιπόν να γίνει μπροστά μας για λίγο και πάλι παιδί; Μετά επέστρεφε στα πίσω της δωμάτια, κι άφηνε μόνο ένα μικρό κενό για να την διαβάζεις. Συνέχεια

ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ

4271410996_02d7e49d69_z

Να προχωράτε ευθεία, επιτυχείς στις κριτικές σας και με βάθος στον σχολιασμό, ποιος σας διαβάζει πλέον και ποιος ασχολείται περισσότερο απ’ το ένα, που ένα like τιμολογείται, δευτερόλεπτο, κι αυτό αν η φωτογραφία εντυπωσιάζει, να ψαρέψει βλέμμα αφηρημένο, σαν δεν ντρεπόσαστε, ζωή σπαταλημένη στις καλές κουβέντες των συνταξιούχων του twitter, συνταξιούχων κάθε κλάσης, αν καταλαβαίνετε, ανηλίκων κάθε ηλικίας, μα, όπως και να το δεις, είναι καθησυχαστικό να κάνεις ό,τι και οι άλλοι, άντε οι άλλοι στο οπτικό πεδίο σου, πού να κοιτάζεις τώρα πιο λοξά και πού να ψάχνεις σε ξένες γειτονιές, τράβα μπρος και μη σε μέλλει, και μη μιλάς, προπάντων μη μιλάς, ο βασιλιάς κοιμάται, μην παραβαίνεις τη διπλή γραμμή, μην αναπνέεις πιο δυνατά απ’ τον συριγμό του σύμπαντος ύπνου, όχι πιο δυνατά απ’ το τύμπανο του χωριάτη, και μην χορεύεις, και μην τραγουδάς, μην παίζεις, εξόν και το ‘χει ορίσει η σύνοδος της ανατέλλουσας μετριότητας, που πα’ να πει η βασιλεία του μέσου όρου, ω, ναι έτσι είναι ό,τι και να πείτε, δέστε τους πώς γνωρίζουν άριστα, πώς ξέρουν πώς προσεταιρίζεσαι κάθε υπόλειμμα ζωής, φτάνει να γράφει και τον χορηγό στην ούγια, εκείνον που φροντίζει για Συνέχεια

ΑΠΟΧΩΡΙΣΜΟΙ

rodi_slider_01

Στην σκιά δύσκολων στιγμών που κάποιοι φίλοι μου περνάνε, σε μια ευρύχωρη γωνιά της οποίας κάθε κανονικός άνθρωπος θα σταθεί για λίγο να διαλογιστεί πάνω στη ζωή και στον θάνατο, κηρύσσεται η προσωρινή έναρξη της χρονιάς, η εκπυρσοκρότηση που ανασυγκροτεί την ακινησία, η αναμόχλευση κάθε μικρής και μεγάλης προσπάθειας, που αν μπορούσαμε να την δούμε σαν φωτογραφία μαρμαρωμένου χρόνου θα ανακαλύπταμε πως ήταν από πάντοτε εδώ, ως το παρόν το μέλλον και το παρελθόν του Έλιοτ, ως το παρόν το μέλλον και το παρελθόν του Ηρακλείτου και το δικό μας. Συμπαγές αεί παρόν σώμα. Ας προχωρήσουμε έτσι.

Να πενθήσεις υπάρχουν τρόποι πολλοί. Να αποχωριστείς. Τι όμως; Ποιόν; Μείζων αποχωρισμός κρίνεται εκείνος του εαυτού. Και εαυτός είναι -στην ωραία επικράτεια των ψυχικών κινήσεων- καθένας/κάθε τι που ζήσαμε και που το/ν έχουμε επενδύσει την αύρα της ιδιοπροσωπίας, με εκείνο το χρίσμα που ζωντανεύει τα περιγράμματα και κάνει την παρουσία μας ορατή στους άλλους, δωρίζοντας ένα πρώτο νόημα στην ύπαρξη. Συνέχεια

ΤΕΛΟΣ ΧΡΟΝΟΥ Ή ΡΕΜΒΑΣΜΟΣ ΕΝ ΑΝΑΜΟΝΗ

,ΑΡΜΑΤΩΛΟΙ+ΚΑΙ+ΚΛΕΦΤΕΣ,,+Kontoglou+1948+δημαρχειο

Φ.Κόντογλου: «Αρματωλοί και κλέφτες» (1948)

Ιούνιος ώριμος κι ο ήλιος γλιστρά στο σώμα της θάλασσας, αγκαλιάζει τις μαλακές πλαγιές, χαϊδεύει με τα ακροδάχτυλα τα φύλλα της ελιάς. Ναι, ο χρόνος τελειώνει, μα κι ένας Τέτοιος χρόνος δεν τελειώνει ποτέ, και να τι ήταν που κατάλαβαν οι πατέρες της εκκλησίας στην ανατολή του μεσαίωνα της Ανατολής, τότε που -καθώς λεν οι αντίζηλοι- πηχτά σκοτάδια σκέπαζαν τους Αγίους τόπους της καρδιάς μας. Σιγά να μην τους σκέπαζαν.

Ο χρόνος εκεί έξω κι ο χρόνος εδώ μέσα είναι ίσως δυο διαφορετικοί χρόνοι, και να γιατί ο άνθρωπος κουβαλά την δοκιμασία της εκάστοτε αρρώστιας του. Εννοώ: κάθε αρρώστια είναι το αποτέλεσμα μιας κρυμμένης δυσαρμονίας του κυκλώματος, μιας ασυνέχειας εσωτερικού κι εξωτερικού χρόνου. Καμιά όμως αρρώστια δεν έχει φτωχή σημαντική, θέλω να πω: δεν είναι άμοιρη της προοπτικής μιας ολικής ίασης. Είναι εδώ για να μας οδηγήσει σε ένα ξέφωτο, αόρατο στα μάτια μας πριν απ’ την έλευσή της.

Όμως: Το μηχάνημα έχει τα δικά του χούγια, δουλεύει κατά πώς το δίδαξε η ίδια η προϊστορία της χρήσης του, μια προϊστορία που δεν μπορούμε να αναγνώσουμε, γιατί καταγράφεται στην γραμμική Α του εκάστοτε ψυχισμού, οπότε είμαστε κάθε φορά αναγκασμένοι να αυτοσχεδιάσουμε μια καινούργια μέθοδο για να εισβάλουμε στη Τροία, να χτίζουμε τον ατομικό μας δούρειο ίππο που θα αλώσει μιας διά παντός τα περίκλειστα της ψυχής. Συνέχεια

«ΜΙΑ ΠΟΛΗ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ»

Τρία σεμινάρια για την μουσική, και
1η συνάντηση για τις Τέχνες στην καθημερινότητα

Ηράκλειο Κρήτης, 16-21 Ιουλίου 2017

Mε την συνεργασία του Διεθνούς Καλλιτεχνικού Κέντρου Athenaeum

Άρης Χριστοφέλλης – κλασικό τραγούδι (όπερα, ορατόριο, λιντ)
Στέλλα Γαδέδη – φλάουτο
Γιώργος Μουλουδάκης – κιθάρα, μουσική δωματίου

Καλλιτεχνική διεύθυνση: Γιώργος Μουλουδάκης και ΔΚΚ Athenaeum

banner lowres miapoli

Ανακοινώνεται, και επισήμως, η “1η συνάντηση για τις Τέχνες στην καθημερινότητα”, που θα πραγματοποιηθεί στο Ηράκλειο της Κρήτης απ’ τις 16 ως τις 21 Ιουλίου του 2017.
Η 1η αυτή συνάντηση βάζει τα θεμέλια για να λειτουργήσει στο Ηράκλειο ένας πόλος έλξης συγγενών προς την Κρητική ματιά ανθρώπων της τέχνης και των γραμμάτων, και να ενδυναμωθεί μια πνευματική εφεδρεία – πολέμιος της ηθικής που η κρίση επιχειρεί να εδραιώσει.

Οι προθέσεις της είναι:

α) Διερευνητικές σε σχέση με τις βαθύτερες συγγένειες που κάθε καλλιτεχνική πράξη δημιουργεί.
β) Ψυχαγωγικές -με το ετυμολογικό βάθος της λέξης- σε σχέση, πρωτίστως, με τις νεότερες γενιές, με στόχο να βρουν αυτές στον χώρο των συναντήσεων ένα διαρκές στήριγμα – αντίλογο στην καθημερινότητα που καλούνται να βιώσουν. [Για μας, μοναδικός και νόμιμος Δάσκαλος παραμένει το συλλογικό κλίμα κάθε συνάντησης.]

Οι συναντήσεις -όχι τυχαία- εκκινούν απ’ το Διεθνές Καλλιτεχνικό Κέντρο Athenaeum [φορέα διοργάνωσης ενός απ’ τους ελάχιστους διεθνώς σημαντικούς διαγωνισμούς: του -τεσσαρακονταετούς ήδη φέτος, και με την συμπαραγωγή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής- Grand Prix Maria Callas], που τα πέντε τελευταία έτη φιλοξενεί τις αναζητήσεις κάποιων πολύ ειδικών σεμιναρίων. Τα σεμινάρια αυτά τόλμησαν να ιχνογραφήσουν -με αφορμή την μουσική και την λειτουργία της στην καθημερινότητα- τα θεωρητικά θεμέλια μιας διαρκούς μεθόδου, η ιδεολογική βάση της οποίας στέκεται στους αντίποδες κάθε από καθέδρας γνώσης και της όποιας ενδυνάμωσης της εξουσίας των “ειδικών” (παρότι δεν αρνείται την καθαρά λειτουργική συμβολή τους στην περιοχή της αποθησαυρισμένης γνώσης). Στην καθαρή αυτή περιοχή, τα σεμινάρια αναζητούν τον κοινό τόπο όπου οι τέχνες, τα γράμματα και η παράδοση -ως τέχνη της καθημερινότητας- ενεργούν στην ψυχή, θεραπεύοντας τις πληγές των παρεκκλίσεων που ο αστικός βίος επιβάλλει. Συνέχεια

ΜΟΥΣΙΚΟΣ ΜΕ ΣΙΝΙΚΗ ΜΕΛΑΝΗ

ÅÊÄÇËÙÓÇ ÃÉÁ ÔÏÍ ÈÁÍÁÓÇ ÂÅÃÃÏ ÁÐÏ ÔÏÍ ÄÇÌÏ ÐÅÉÑÁÉÁ (ÊÁÔÙÌÅÑÇÓ ÊÙÓÔÁÓ/EUROKINISSI)

Θανάσης Βέγγος-Νίκος Κούνδουρος

Υπάρχουν άνθρωποι που ζουν δυο ζωές μέσα σε μια, που τους βλέπεις να περπατούν στον δρόμο, να σταματάνε στο περίπτερο, να κοιτούν τον γιο του περιπτερά με το βλέμμα ανθρώπου που μόλις ανακάλυψε πως φορά δυο ξέταιρα παπούτσια, και παρόλα αυτά να ζητούν με την ίδια σταθερή φωνή την Κυριακάτικη εφημερίδα, να διαβάσουν για έναν φίλο τους. Μερικές φορές θαρρείς πως αυτοί οι άνθρωποι σε κοροϊδεύουνε, και, με κάποιον τρόπο, αυτό είναι αλήθεια. Στα παιδικά μας χρόνια τους λέγαμε με μια ελαφράδα “ούφο”, κι όμως εκείνη η κουβέντα δεν ήταν αμέριμνη, δεν μπορούσε να κρύψει το αίσθημα ζήλιας που την προξενούσε, την βεβαιότητα πως εκείνα τα “ούφο” που κοροϊδεύαμε είχαν μόλις έρθει σε στενή επαφή με όντα που εμείς ποτέ δεν θα αξιωνόμασταν- κάτι μέσα μας έλεγε πως έτσι ήταν. Συνέχεια

ΔΙΑΒΑΘΜΙΣΕΙΣ ΤΗΣ ΖΗΤΙΑΝΙΑΣ

jason_decaires_taylor_sculpture-4956_jason-decaires-taylor_sculpture

Jason deCaires Taylor-Underwater sculpture

Γεννιέσαι. Το πρώτο πράγμα που ζητάς είναι μια αγκαλιά να σε καθησυχάσει. Να επισφραγίσει το αρρήτως συμπεφωνημένο πως ο πριν και ο μετά κόσμος θα παραμείνουν ίδιοι κι απαράλλαχτοι. Εδώ η ζωή πρώτη φορά θα σε εξαπατήσει. Η αγάπη -ή ποιος ξέρει το τι- της μάνας σου, παρέχει με γενναιοδωρία κάθε διαβεβαίωση, μαζί με ένα στήθος σφριγηλό, που πάνω του θα αποκοιμηθείς για να θυμηθείς τα πρώτα όνειρα, όνειρα του μέλλοντος ζητιάνου. Ίσως να ήταν η μοναδική φορά που ζήτησες δίχως παρελθόν, που θα πει ζήτησες κάτι που ήδη σου ανήκε. Μετά τα πράγματα θα άλλαζαν.

Αν τύχαινε να είσαι αρσενικό, το επόμενο που θα ζητούσες θα ‘ταν μια διαβεβαίωση της -αυτονόητης- παντοδυναμίας μες στη σχέση, τότε που καμιά τέτοια δεν θα είχες, εκτός κι ήταν τα πράγματα στ’ αλήθεια πολύ δύσκολα για σένα και θα σου είχε ήδη παραχωρηθεί μια παντοδυναμία ως άλλοθι, ως τρόπος για να σε καταβροχθίσουν σε ένα μέλλον κοντινό, διάρκειας όχι μικρότερης από μια ζωή.

Κι ύστερα: Σαν η θηλιά θα έχει ήδη σφίξει γύρω απ’ τον λαιμό, το επόμενο που θα ζητήσεις θα ‘ναι τα πρωτεία της σχολικής κοινότητας. Ο δάσκαλος, ο δάσκαλος, θα έχει ήδη πιάσει τη σκυτάλη και θα τρέχει δείχνοντας τον δρόμο. Θα πέσει μια φορά απ’ το χέρι, θα σου πέσει δεύτερη, μετά θα μάθεις πώς να την κρατάς σφιχτά μες στην παλάμη και να την επιδεικνύεις, ο δάσκαλος, ο δάσκαλος, χαμογελάει στη γωνιά, αυτή είναι η δουλειά του, να αποσύρεται, κι εσύ να τον ξεχνάς, έτσι νομίζεις ακόμα, όμως θα είναι ο δικός του ιδρώτας που θα βρομίζει εξακολουθητικά τον γιακά του ακαδημαϊκού σου πουκάμισου όταν θα χρειαστεί, έτσι πάει το τραγούδι. Συνέχεια

ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΚΑΘΕ ΦΟΡΑ ΜΕΘΟΔΟΣ

94e749ce40d3111ef84bf26db3b489a7

Νίκος Εγγονόπουλος-Valse noble et Sentimental

Για την 4η συνάντηση ενός «κλειστού σεμιναρίου» (*)

Πριν λίγες μέρες ολοκληρώθηκε η τέταρτη συνάντηση της ομάδας του «κλειστού σεμιναρίου» μας, και οδεύουμε προς την πέμπτη. Έτσι, μπορώ να αναζητήσω τον λόγο που απέφυγα την όποια ως εδώ ανάρτηση -λόγος που μπορεί κάλλιστα βεβαίως να παραμείνει ανεξιχνίαστος ως το τέλος της χρονιάς.

Οι συναντήσεις -για πρώτη φορά αποκλειστικά ανάμεσα σε μυημένους και εξοικειωμένους με την ειδική θεματολογία του σεμιναρίου συμμετέχοντες- εμβαθύνουν σε θέματα που μας απασχόλησαν αυτά τα χρόνια, βάζοντας παράλληλα στο τραπέζι ό,τι καινούργιο προκύπτει απ’ την δυναμική της ομάδας.

Το νέο “μηχάνημα”, σ’ αυτά τα συναπαντήματα: Όλοι είναι δυνάμει δάσκαλοι, όλοι πλην ενός (χαίρομαι ιδιαιτέρως γι’ αυτό το “πλην ενός”), πτυχιούχοι και διπλωματούχοι. Ο τρόπος, λοιπόν, περιέχει την κοινή αναζήτηση και το γεγονός ότι η ομάδα ξεκινά, παραδόξως, από ένα ήδη προχωρημένο σημείο της διαδρομής της.

Αυτός ο νέος τρόπος -που λαμβάνει όσο ποτέ υπόψη του το Πρόσωπο της συλλογικότητας, αφού εδώ έχει καταργηθεί το βλέμμα του ακροατηρίου και όλοι συμμετέχουν ίσοις όροις- είναι δύσκολο να περιγραφεί με την τρέχουσα, γραμμική λογική. Μπορεί μοναχά να σηματοδοτηθεί με βάση τις έννοιες που το ίδιο το σεμινάριο παράγει. Έτσι, εισερχόμαστε με ανοιχτά ερωτήματα σε μια νέα, ενδιαφέρουσα περιοχή. Συνέχεια

Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΩΣ ΕΝΟΠΛΗ ΔΙΑΡΡΗΞΗ(*)

Athenaeum 2017, Γ 02.001

5ο (ή μήπως 10ο;) σεμινάριο με τον Γιώργο Μουλουδάκη στο Athenaeum
(13-15 Μαΐου 2017)
και 4ο σεμινάριο στο Παγκρήτιο Ωδείο Ηρακλείου
(8-10 Απριλίου 2017)


Εισαγωγικά

(*) [Ο ηχητικός κόσμος γύρω μας, όσο και ο κόσμος των εννοιών -ε, αυτό ακούγεται σαν ταυτολογία- είναι μια ζωντανή βιβλιοθήκη, απ’ την οποία ανασύρεις τον απολύτως κατάλληλο τόμο, την στιγμή που τον χρειάζεσαι. Ταυτόχρονα, ισχυρίζομαι ότι η αποκάλυψη των πηγών μας βοηθά στο να παραμένουν ορατά πάνω στο έδαφος τα ρεβίθια του Κοντορεβιθούλη, που θα οδηγήσουν όχι μόνον αυτόν αλλά πιθανότατα και τον καθένα από μας στον προορισμό του, στην οριστική επιστροφή στην μικρή του Ιθάκη, την στιγμή που αυτή θα ζωγραφιστεί με σαφήνεια μέσα του. Ετούτη η δεύτερη σκέψη είναι που με αναγκάζει να δηλώσω πως δανείστηκα τον παραπάνω τίτλο απ’ τον Βασίλη Παπαβασιλείου, περίπου όπως τον άκουσα να τον χρησιμοποιεί, μιλώντας για την φύση του θεάτρου: “Το θέατρο είναι ένοπλη διάρρηξη”, είπε. Ασφαλώς. Το ίδιο ισχύει και για την μουσική, στην περίπτωση που γίνεται με τον τρόπο που θέλουμε. Τον ευχαριστώ και συνεχίζω, ερήμην του.]

Αναγγελία

Αναγγέλλονται λοιπόν, επισήμως, οι ημερομηνίες του πέμπτου (ή μήπως δέκατου;) σεμιναρίου στο Athenaeum. Από την πρώτη στιγμή που, το 2012, αποφάσισα την εκκίνηση αυτής της προσπάθειας, κύλησε πολύ νερό στον ποταμό του Ηρακλείτου, όσο και στους δικούς μας παραποτάμους, που, καθώς λένε, οδηγούν στην ίδια μεγάλη θάλασσα. Συνέχεια