Παραλειπόμενα ευγενούς απόσυρσης

Δημήτρης Καλοκύρης, Τα Τοπία του Μύθου 3, Zivasart gallery, Αθήνα

Για μια έκθεση του Δημήτρη Καλοκύρη

Α

Μέσα στο ασταθές έδαφος των εορταστικών ημερών, όπως κατά τις τελευταίες δεκαετίες προϊούσας αποδιάρθρωσης των κραταιών συλλογικοτήτων τις έχουμε αποδεχτεί, ημερών που δύσκολα πλέον θα πεις νησίδες περισυλλογής, ανάτασης-ανάταξης των φθαρμένων σπονδύλων της κοινωνικής ραχοκοκαλιάς, ή έστω κήπους λουσμένους στο ζεστό φως ενός παρηγορητικού ΕΜΕΙΣ, αναδύεται, σαν αντιστάθμισμα και σαν ανεπαίσθητη καταγραφή βελόνης σεισμογράφου πάνω σε λευκό χαρτί κυλίνδρου, η μνήμη γεγονότων που κατά το αμέσως προηγούμενο διάστημα σε στοίχειωσαν -παλιές αγαπητικές που σε πεθύμησαν και σε κοιτούν με νοσταλγία πίσω από κεντητές κουρτίνες. 

Με τα υλικά μιας τέτοιας ασταθούς χωροταξίας των πεπραγμένων, αλλά και με τον μεθυστικό κυματισμό μιας επίγνωσης του κόσμου ως λυρικού γεγονότος που υπακούει σε απρόσμενα κεντρομόλο χρόνο, χρόνο που με την σειρά του αγκαλιάζει παρελθόν-παρόν-μέλλον σε μιαν ιλιγγιώδη θεώρηση της ζωής ως αδιάσπαστου όλου μέσα σε ένα σύμπαν ωκεάνειο μεν μα που χωρά μες στη λεκάνη που ο περιπατητής του 19ου αιώνα μουλιάζει τα κουρασμένα του πόδια, έτσι, όμοια, μ’ αυτήν την σχεδόν κωπηλατική τεχνική που σε κρατά μια πάνω – μια κάτω απ’ την επικράτεια του ορατού, αναδύονται στην μνήμη οι πολύστομες εικόνες που, με την λεπτουργία Ελβετού ωρολογοποιού και με την παθιασμένη ονειροπόληση εφήβου σε διαρκή έρωτα με το αντικείμενο του πόθου του, συνέθεσε ο Δημήτρης Καλοκύρης, κατά τα 40 και πλέον έτη αδιάλειπτης κολύμβησης στα ύδατα προσωπικών και συλλογικών μύθων. 

Οι εικόνες πλέουν επί σχεδόν μισόν αιώνα στην επιφάνεια αυτής της δεύτερης όρασης-κάτω-απ’ την-όραση, στο όριο του επιστητού, σαν ποταμός ηλιοσκεπής κάτω απ’ τα πόδια μασκοφόρων λαμνοκόπων που φέρουν μες στις λέμβους τους συσκευασμένους σε περίτεχνα κλουβιά τους μύθους του πατρός, εν είδει πολυτίμων του ονείρου κατοικιδίων,  που για τρίτη φορά στην ιστορία των κατακλυσμών ενοικούν την ατομική τους κιβωτό για να διασώσουν το ακριβό τους γένος. Τώρα, που επέστρεψε το περιστέρι με το λιόκλαδο και που ο κόσμος για μιαν ακόμα φορά δεν -παρά τρίχα!- καταποντίστηκε σε άγρια σαρκοβόρα νερά, θα παραμείνουν έκθετοι στο γυμνό ή στο βέβηλο βλέμμα μας, με εμπιστοσύνη πάντως, καθώς αυτόματα αντιλαμβάνεται ο άξιος περιπατητής. 

Όλα τα παραπάνω συμβαίνουν εκεί, στην Zivasart gallery, στα σύνορα Χαλανδρίου και Αμαρουσίου, και θα συμβαίνουν ως τις 16 Ιανουαρίου 2022. (*)

Οι υλικές, λοιπόν, εκφορτίσεις αυτών των μαγικών εικόνων θα περιμένουν τον δικό μας προνοητικό χρόνο για λίγες ακόμα μέρες, προκειμένου να δοκιμαστεί άπαξ -σαν εκπυρσοκρότηση εκκίνησης τελικού και σαν μποτίλια που θρυμματίζεται στην πλώρη πλοίου για να το ονοματοδοτήσει – η αεί διαπραττόμενη, στις ήσυχες γωνίες των επισήμων καταγραφών, γονιμοποίησις των αισθήσεων που με παλιομοδίτικο ήθος επιμένουν στην μονογαμία, παρθένες νέες μα πολύξερες από ζωή. Μετά απ’ αυτήν την δοσμένη ημερομηνία, θα επιστρέψουν στην μνήμη του εσωτερικού συλλαβισμού του πατρός και ημών των υπολοίπων, στην πολυπρισματική αποτύπωση που πάνω στο φιλμ του καθενός αφήνουν οι ανάσες αυτών των μυθικών πλασμάτων που επί τρεις μήνες περπάτησαν στον παράξενο χώρο της γκαλερί. 

Παράξενος, γιατί λες και τα έργα τα ίδια κατέβηκαν απ’ τα κάδρα (κάδρα δίχως κάθετες και οριζόντιες διαστάσεις, μα σφαιρικά διαχεόμενα έξω απ’ τα όρια που ο πατέρας όρισε, ενώ το ήξερε απ’ τα πριν πως έγραφε σύνορα με κιμωλίες σε σεισμογενή εδάφη πανομοιότυπων χωρών, σε ερήμους που τις φυσούν άνεμοι ασύνοροι), κατέβηκαν και κυρίευσαν όλους τους χώρους της γκαλερί σαν παρέα παιδιών που παίζουν κρυφτό σε καλοκαιρινή αυλή. Έτσι, στο εξής, θα κινούνταν αυτοβούλως, αυτεξουσίως, σαν ξάφνου απελευθερωμένα απ’ όλους τους φυσικούς νόμους -όλους πλην ίσως ενός που ακόμη δεν γράφτηκε- διαχεόμενα σε κάθε διαθέσιμο χώρο, διασκελίζοντας συρματοπλέγματα από σύννεφα και μπαμπάκια, πηδώντας με ευκινησία χορευτή δίπλα και μέσα μας, κυριεύοντας τα οχυρά με το επίμονο ποδοβολητό της αλόγου τους καταγωγής, σαν όνειρο που δεν το προλάβαμε και μούσκεψε τα σεντόνια του, σαν προσευχή παρθένου σε ουλαμό βιαστών, σαν άκαυτη βάτος καιόμενη μες σε σπήλαια ύβρεων, τα ΕΡΓΑ, λες κι είχαν οριστικά ξεπεζέψει απ’ τα κάδρα για να ενοικήσουν τον οίκο που τα φιλοξένησε, λες και δεν ξέραμε από πάντα πως κανένας οίκος της επικρατείας δεν φιλοξενεί τον Βασιλέα, αφού όλοι οι οίκοι Του ανήκουν. Κατέβηκαν λοιπόν και εξ εφόδου ανακατέλαβαν την γκαλερί -την από πάντα δική τους, όπως κάθε τέτοιο μέρος- και την μετέτρεψαν σε σώμα εκ του σώματός τους, πρωθύστερο αποτύπωμα των σχεδιασμών του πατρός Καλοκύρη. Κι έγινε ο χώρος μέσα κι έξω ένα σώμα. Κι η Κηφισίας λίγα μέτρα παρακεί κυλούσε τώρα -ρεύμα δίστομου Αλιάκμονα υποταγμένου στην εξουσία του δικού τους κυματισμού- κυλούσε με πιο ήπιο τώρα τρόπο, μην διαταράξει τον ρεμβασμό των όντων, μην προσβάλει την αραχνοΰφαντη φόδρα του ονείρου, και μείνει το μηχάνημα του κόσμου μια φορά, σαν κάποτε,  ξεκούρντιστο. 

Μα έτσι ζει το κάθε έργο τέχνης, θα μου πείτε. Ναι, μα θα ισχυριστώ ότι, εδώ, αυτό που λεν εικαστική πράξη (εάν δεν είναι ύβρις να τομογραφείς ένα φτερούγισμα της ψυχής), είναι συνυφασμένο με το δωμάτιο που πρώτη φορά ανέπνευσε το βρέφος, που έδωσε σημάδι, πολύ περισσότερο απ’ την τυχαία έκρηξη της ανάγνωσης, φερ’ ειπείν ενός βιβλίου, μέσα μας. Γιατί εδώ ο μάστορας έχει επινοήσει πιθανότατα τη φάτνη ταυτοχρόνως με το βρέφος, το μαιευτήριο με τον έρωτα που το θρέφει, το εκθετήριο την ίδια ώρα με το έργο, πλαίσιο χώρου-χρόνου και ζωή έγιναν ένα μέσα στο στομάχι του, κι αυτό μου φαίνεται ότι συμβαίνει κάπως περισσότερο μέσα σε τούτη εδώ την γονιμοποιημένη φάτνη. Βιαστείτε λοιπόν. 

Δημήτρης Καλοκύρης, Τα Τοπία του Μύθου 3, Zivasart gallery, Αθήνα

Β

Αντιγράφω εδώ, απόσπασμα από σημειώσεις άλλης στιγμής, του Οκτωβρίου του 2021, αφού αυτό το κείμενο δεν αξιώθηκε να ανεγείρει το μαιευτήριο ταυτόχρονα με το νόημά του. Είχα λοιπόν ξεκινήσει ένα σχόλιο που θα έφτανε στις σελίδες του περιοδικού «Χάρτης» -παιδί επίσης του ιδίου πατρός- όταν ο Καλοκύρης με ενημέρωσε πως, αν δεν το έχω προσέξει, ο «Χάρτης» ΠΟΤΕ δεν γράφει για αυτόν, κι αυτό κατάλαβα πως δεν θα πρέπει να το θεωρώ τυχαίο. Αναγκάστηκα λοιπόν να αποσύρω την παρακάτω παράγραφο απ’ το τότε κείμενο, την αναρτώ όμως εδώ, εκτός «Χάρτη», μα εντός της εμβέλειας των φίλων που, παράλληλα, επισκέπτονται τις «Γαλάζιες Φάλαινες». 
Έγραφα λοιπόν τότε, τον Οκτώβριο, λίγο μετά την επίσκεψή μου στην γκαλερί: 

[Κι εδώ θα πρέπει να προσθέσω σαν αυτοματισμό της σκέψης που αναζητά για λίγο τα σπουδαία, τον ιλιγγιώδη μετεωρισμό που πριν από λίγες μέρες μου προξένησε η θέα των κολλάζ του Δημήτρη Καλοκύρη, που είχε την ευγένειά να μας παρουσιάσει στην αναδρομική έκθεση με τίτλο «Τα τοπία του μύθου, 3». Το ονειρικό παραμόνευε για μια ακόμα φορά εγκιβωτισμένο σε αφηρημένες φιγούρες που αναδύονταν από κάθε γωνιά του κάδρου, χωρίς ρητή πρόθεση, μα που με αυτόν τον μη γραμμικό τρόπο εγκαθίσταντο οριστικά στο βλέμμα και ανοιγόκλειναν τα απέραντα αθώα μάτια τους σε κάθε στιγμή του χρόνου μας,  σε ένα ΠΑΝΤΟΤΕ δομημένο σαν Φούτζι Γιάμα των αφανών προσδοκιών επάνω στην εφήμερη φύση του χαρτιού.
 
Αυτή η τέχνη είναι Μουσική. Κι αυτή η μουσική είναι Τέχνη. Και τίποτε πιο ανίερο για τον δικό μου τρόπο δεν 
σκέφτομαι απ’ το να τολμούσα έναν περίπατο με κριτική ματιά προς το εγκυμονούν Ακατανόητο που είναι το βλέμμα του Δημήτρη, εκεί, μες στο καλοκουρντισμένο σαν μηχανική ορχήστρα σύμπαν του, στην εγχάρτωση του αοράτου, που έτσι -για ένα απειροελάχιστο σημείο του χρόνου, στην διάρκεια του οποίου ρεμβάζουμε απορροφημένοι απ’ την ωραιότητα, καταφέρνει να γίνει ορατό. Εδώ, ο νοικοκύρης των καλοκαιρινών πτητικών αναμνήσεων (και καλός κύρης και της δικής μου καταγωγής, που -ειρείσθω εν παρόδω- είναι η απ’ το ίδιο ακριβώς μ’ αυτόν χωριό της Κρήτης, τις Αλόιδες Μυλοποτάμου, ένα όνομα-γρίφος, κρυμμένο μέσα στα βουνά του Ψηλορείτη, ένα όνομα που πάντα κάτι άλλο δείχνει απ’ αυτό που δείχνει), ο Καλοκύρης, λοιπόν, αυτός ο επίσης αφηρημένος δημιουργός μιας καλοκαιρίας που πνέει αδιάλειπτα και παράλληλα με τις ευχές των ονομάτων, σαν μεταναστευτικό σμήνος πουλιών δίπλα σε υπερωκεάνειο, αναπνέει στις πιο βαθιές θάλασσες του χαρτιού με τον φυσητήρα μιας φάλαινας γαλάζιας -να, σαν αυτήν εδώ που τώρα μας φιλοξενεί- απ’ τις πιο σπάνιες κι έτσι πολύτιμες, με πλήρη εξάρτυση αυτός, αλλά ανάλαφρος, μ’ όλα τα σύνεργα του υποβρύχιου, υπεράκτιου και υπέργειου κόσμου του, κι όμως με μηδενισμένο βάρος, χαρταετός έτοιμος να σταθεί ψηλά πάνω από οργιάζουσες μηχανικές πόλεις, που τις κατοικούν ειδήμονες, εφευρέτες και μηχανουργοί λεπτεπίλεπτων μυθικών μηχανημάτων. Η πραγματικότητα εδώ, βάζει ένα νόστιμα ξεδιάντροπο χέρι στο φανταστικό, τσιμπάει τα ωραία ντροπαλά οπίσθια, και, ασφαλώς και το αντίθετο. 

Να όμως που είναι αδύνατον να μιλήσεις νηφάλιος γι’ αυτήν την τέχνη, μόνον πλαγίως, ήδη μεθυσμένος, αποκλεισμένος σε παρενθέσεων και αγκυλών τρυφερές φυλακές, αλλού κάθε φορά κοιτάζοντας, αλλού κάθε φορά φυτεύοντας τον πολύφερνο μίσχο του ειδέναι, να μην ξυπνήσουν οι απόγονοι που ήδη ονειρεύονται μες στον δικό τους άγνωστο χρόνο. 

Αλόιδες για πάντα λοιπόν
! Ίσως μπορέσω κάποτε και το επιχειρήσω. 
Για τώρα θα περπατήσω λίγο ακόμα πάνω στο μονοπατάκι του αρχικού σκοπού, εάν υπάρχει ακόμα τέτοιος όταν φτάνεις στη σπηλιά που επιθυμούσες, μες στο σκοτάδι των βεβαιοτήτων που απουσιάζουν
 πια, μα έμεινε στις πέτρες το αποτύπωμα του σώματός τους απ’ την εποχή που η Αριάδνη σταύρωνε τα χέρια της κι ο μίτος χάνονταν μες σε θολά νερά, και όλοι στο εξής θα προχωρούσαν με δική τους ευθύνη, σ’ έναν κόσμο κατάκλειστο, κόσμο αυτομεταφραζόμενο.] 

Τα έργα του Δημήτρη Καλοκύρη θα μας περιμένουν στην Zivasart Galery, ως τις 16 Ιανουαρίου 2022.


Γιώργος Μουλουδάκης, 29 Δεκεμβρίου 2021


(*) Δημήτρης Καλοκύρης, Τα Τοπία του Μύθου [3], Zivasart gallery, Παντανάσσης 1 Μαρούσι.

Διάρκεια έκθεσης έως 16 Ιανουαρίου 2022. 

Ώρες λειτουργίας: Όλη την εβδομάδα από τις 10.00 έως τις 21.00 

Τηλ. 210 6830648, 6936531703

Δημήτρης Καλοκύρης, Τα Τοπία του Μύθου 3, Zivasart gallery, Αθήνα

Βελόνα στον βυθό της θάλασσας

[Δημοσιεύτηκε στο αφιέρωμα «Ένας Χάρτης της Κίνας» του περιοδικού Χάρτης {36/Δεκέμβριος 2021}, που επιμελήθηκε ο Γιώργος Χουλιάρας. Η επιλογή των εικόνων είναι του Δημήτρη Καλοκύρη.]

Απ’ την πιο μακρινή γωνιά της γης, απ’ τον πιο μακρινό χρόνο, απ’ τον πιο λυρικό στην ψυχή μας δρόμο που είπανε δρόμο του μεταξιού, φτάνει το κάλεσμα του αρχαίου σοφού που κατοίκησε την παιδική ηλικία κι έχτισε, προσευχή την προσευχή, τον ναό του στο ταπεινότερο σημείο της ύπαρξης. Απ’ την αχνή μνήμη εκείνου του σημείου θα μιλήσω για λίγο, ξυπνώντας τον γέροντα πια μοναχό που άπειρα δώρα άφησε κι άπειρες ακαθαρσίες καθάρισε μέσα στα χρόνια που ακολούθησαν, χωρίς ποτέ του να ζητήσει ένα αντάλλαγμα. Ένα ευχαριστώ θα ήταν πρέπον, αν και το ξέρω πως στο άκουσμά του σήμερα θα χαμογελούσε μειλίχια.

Χέρια σαν σύννεφα

Είχε για πρώτη φορά μια κιθάρα στην αγκαλιά του, μα εκείνο που έβλεπε ήταν στα σίγουρα ένα σύνεργο των θαυματοποιών, με σχήμα σαν ξαπλωμένο άπειρο και σαν των Κινέζων όρθιο τυχερό οκτώ που λιποθύμησε μέσα στην παιδική ηλικία. Μαζί μια αγκαλιά που μύριζε ξύλο τριανταφυλλιάς και έλατου και ένα στόμα ορθάνοιχτο να ονοματίζει πράγματα σε άγνωστη γλώσσα. Και τεντωμένα τόξα, και χορδές που κρέμονταν στις γέφυρες, σκυμμένες πάνω από τα κόκκαλα καβαλάρηδων, με τα λευκά τους να καλπάζουν μες στη φαντασία χιλιετίες τώρα για να παραδώσουνε το μήνυμα, κάθιδροι αγγελιαφόροι. Και η χορδή κι αυτή μιλούσε απ’ την πλευρά που η κίνηση αγκαλιάζει την ακινησία σαν σιαμαία αδερφή, σαν Γιν και Γιανγκ του τώρα και του αύριό σου, μια σύμπνοια περισσότερο παρά μια αντιπαράθεση, ένα βίαιο χάδι απ’ τα λίγα που σου επιτρέπει ο ουρανός. Κι ήταν η κίνηση αυτή τόσο εξαίσια απ’ το χαλινάρι της καρδιάς οδηγημένη, που τα άλογα ξαφνικά στάθηκαν, κι όλη η εικόνα μίλησε με ένα στόμα, χορωδία μεταφραστών που μόλις συμφώνησαν. Εκείνος τώρα διάλεγε τη μια δικιά του μεταγλώττιση, έτσι καθώς κάποτε η Μάνια Σεφεριάδη, με την συμπαράσταση του Σεφέρη, μεταγλώττιζε, κατά πώς η ψυχή της το ένοιωθε, το Ταό Τε Κινγκ, ένα κείμενο που είναι αδύνατον να μεταγλωττιστεί, γι’ αυτό και παραμένει ανεξάντλητο. (*)

8
… σαν το νερό
που ωφελεί τα πάντα χωρίς φιλονικία…
Τελειώνει το έργο του, 
ενεργεί τη στιγμή που πρέπει
και δεν ανταγωνίζεται κανέναν.
Δεν έχει ψεγάδι.

Δυο μέλισσες βουίζουν στα αυτιά

Τα αρχαία Κινέζικα είναι μια γλώσσα σαν μουσική. Για την ακρίβεια είναι σαν να σου μιλούν εικόνες από μια νοηματική που κάποτε εμπιστεύτηκε τους ομόγλωσσους και κατέστρεψε όλα της τα λεξικά. Και τι ξέρει να πει μια εικόνα στον σημερινό άνθρωπο; ένα Κινέζικο ιδεόγραμμα, που είναι μια ζωγραφική της σκέψης; Εδώ ο δυτικοθρεμμένος θα σηκώσει τους αντίχειρες και θα γκουγκλάρει το μυστηριώδες σχήμα, βέβαιος για μια καταγεγραμμένη ομογενοποίηση των αντιλήψεων. Όμως ο μοναχός θα προσευχηθεί στη σκιά του ιδεογράμματος ώσπου αυτό να του ανοίξει την πόρτα. Και ο πιστός θα ξαγρυπνήσει όρθιος πάνω απ’ το Μεγαλυνάριο ώσπου αυτό να του φανερώσει το κρυμμένο μέσα στον ήχο του νόημα. Και τούτη η φανέρωση διατηρεί ακόμα κύρος μέγα· κανένα λεξικό με τους τακτικούς εγκλείστους του δεν θα μπορέσει να της παραβγεί. Κι έτσι τα πράγματα θα δυσκολέψουν. Μα όχι για τον απλό άνθρωπο· σε κείνον ο κόσμος ακόμα μιλά σε πρώτο πρόσωπο, χωρίς διαμεσολάβηση, δίχως πληθυντικούς και ενοικιαζόμενα λογισμικά.

Ο λευκός γερανός χτυπάει τα φτερά

Έτσι κι η μουσική μιλούσε τα δικά της ιδεογράμματα, κι έλεγε κάθε ώρα άλλο πράγμα, πάντα πιστή στη γεωγραφία του τόπου που στεκόσουνα να την αφουγκραστείς. Κι έτσι ήτανε κι εκείνη ανεξάντλητη. Έλεγε μόνον ό,τι ήσουν έτοιμος να ακούσεις, δεν σπαταλούσε χρόνο, δεν κορόιδευε· η μουσική δεν ήταν πονηρή. Έτσι προχώραγε κι αυτός, λες κι έλυνε το λουρί του σκύλου του. Κι ο σκύλος ήταν τα ίδια του τα βήματα, έτσι που απ’ τα παλιά τα χρόνια τα θυμόταν να πατάνε γύρω του από μόνα τους, υπακούοντας σε ένα δικό τους σχέδιο, αυτόνομα, αρχοντικά, σαν των Κινέζων το Τάι Τσι, που, ενώ έμοιαζε με γλυπτική του ανέμου, ήταν στ’ αλήθεια τρόπος να συγκατοικείς με τον εχθρό σου σε ένα σώμα, και, αν το ήθελες, το εχθρικό του εαυτού σου σώμα να κατατροπώνεις, δίχως να υποκύπτεις σε μικρότητες κι ανόητες φιλονικίες, να ψάχνεις φέρ’ ειπείν ποιο είναι ποιο. 

16
Κι όταν τελειώσει η δουλειά του ο κόσμος λέει
«Έγινε η δουλειά μονάχη της».


Η άπιστη γυναίκα περνά κλωστή στη σαΐτα

Ύστερα ήρθαν οι ορδές των αλλοφύλων, κι άφησαν αποκαΐδια γης εκεί που ήσαν εύφορα χωράφια, και όργωσαν, και έσκαψαν, κι έχτισαν πύργους αλαζονείας να ριζώσει το τίποτα που είναι τίποτα, και είπαν: στο εξής όλα θα τα ζυγιάζετε κατά τον Άγιο Προκρούστη μου. Κι αν θέτε να βαδίζετε σε νέα γη, θα περπατάτε με τα μπαστούνια και με τα δεκανίκια που σας δάνεισα. Κι όταν θα βγαίνετε απ’ την έξοδο, προίκα θα τα αφήσετε στα εγγόνια σας, μην πάει ο κόπος χαμένος. 
Έκτοτε οι μουσικοί μίλησαν με τη γλώσσα των λογιστών. Κι οι λογιστές βάλαν μια στάλα νερό στον ορθολογισμό, να στρίβει εύκολα και να γλιστρά ανάμεσα σ’ όσους ακόμα επιμένανε σε κάποιον λυρισμό. Κι όλα μετά μπερδεύτηκαν και δεν γνωρίζαμε τι ήταν τι. Κι η μουσική μιλούσε τώρα για όλα τα συγκεκριμένα πράγματα. Και του παπά το θυμιατό εγίνηκε γεννήτρια καπνού. Και τα ξομπλιαστά τεριρέμ γενήκανε ασκήσεις ορθοφωνίας, αποκομμένες απ’ τους μπαμπάδες των νοημάτων τους. Κι η μουσική εγίνηκε διαγωνισμός δεξιοτήτων, διαγκωνισμός ετεροτήτων (τάχα μου). Κι ύστερα ήρθαν οι κουκουλοφόροι να οικίσουνε τις τρυφερές μας σκέψεις, κι ήρθαν οι γερασμένοι έφηβοι, πολύξεροι, σκυθρωποί κι άδειοι σαν σκιάχτρα χωρίς χωράφι να σταθούν. Και είδα που λερώνανε χωρίς αιδώ τις ονειρώξεις της πραγματικής μας εφηβείας. 

Στο μεταξύ ο μοναχός των Σαολίν, παρέα με τον άλλο του Αγίου Όρους, πλάθανε μέσα στις παλάμες τους σημάδια του αόρατου και προσκυνούσανε. Ο ένας με επικύψεις προς το βάραθρο της γης που σε κάθε επίκληση άνοιγε κάτω απ’ τα πόδια του, σηκώνοντας απ’ τα βάθη χούφτες αγιάσματος να τις ανεβάσει σε σχήμα σταυρού μπροστά στις αγιογραφίες. Ο άλλος χαϊδεύοντας χρόνια πολλά της άγριας φοράδας την ατίθαση ράχη, κοιτώντας κατά την ανατολή, εκεί που έλαμπαν επίχρυσα τα φύλλα του δικού του φωτοστέφανου, η ολόδική του αγιογραφία. Το ίδιο όμως πράγμα κάνανε κι οι δυο τους. 
Ο νέος με την κιθάρα, δεν είχε τόπο τότε να φιλοξενήσει τον ομόγλωσσο καλόγερο. Και άνοιξε την πόρτα του στον ξένο. Δεν ήξερε ότι οι δυο τους ήταν ένα πρόσωπο. 

20
Μονάχα εγώ μένω ατάραχος
σαν το μωρό που δεν χαμογέλασε,
που δεν έδωσε ακόμα σημάδι.

79
Το ΤΑΟ του Ουρανού δεν ξέρει εύνοιες·
πάντα ελεεί τον ελεήμονα.

Ο Χρυσός κόκορας στέκει μόνος

Στο βάθος του χρόνου που απλωνόταν σαν γέφυρα πάνω απ’ τη ζωή, που πήγαινε απ’ το Ρίο στο Αντίρριο των δύο κόσμων του, έβλεπε τώρα αδιόρατα τον τρόπο που η μουσική άγγιξε τα πράγματα και τα έκανε άλλα. Ό,τι θυμόταν άξιο να μνημονευθεί, ήτανε πράγματι σαν ιδεόγραμμα, που μίλαγε σε κάθε εποχή αλλιώς. Αυτή την ευλογία πάσχιζε και στους μαθητές του τώρα να την περάσει, φάσκοντας κι αντιφάσκοντας, κατά πώς ήταν πρέπον, κυκλώνοντας το νόημα, ξέροντας ήδη πως θα βρεις το στόχο σου μόνο αν δεν κοιτάς κατάματα, έτσι που ο καλός τοξότης κλείνει τα μάτια για να διακρίνει καθαρά το κέντρο μέσα του. Έβρισκες νόημα μοναχά αν κύκλωνες σαν απελπισμένο γεράκι την αλεπού, με έναν σαρκοβόρο έρωτα, μα και με την ηρεμία εκείνου που ήδη κέρδισε ή έχασε. Ναι, τότε μοναχά είχες ελπίδα να γλείψεις το λαιμό της με τη βία που σου αναλογούσε. 
Έτσι έβλεπε τη μουσική. Και έτσι ήταν. Κι αυτό το «έτσι ήταν» ήταν τόσο αδιανόητο για τον ανέτοιμο, που μες στα χρόνια έπαψε να χρησιμοποιεί επιχειρήματα. Έλεγε μόνο «Έτσι είναι!». Και έτσι ήταν. Γιατί ήταν τότε που τα ιδεογράμματα του χαμογέλασαν. 

38
Η πρώιμη γνώση μπορεί να είναι «το λουλούδι του ΤΑΟ»  
αλλά είναι και η ρίζα της βλακείας. 

10
να τα ανασταίνεις αλλά να μην τα θες δικά σου,
…να τα οδηγείς χωρίς να τα εξουσιάζεις.

35
Κοιτάζουμε αλλά δεν το βλέπουμε,
τ’ αφουγκραζόμαστε αλλά δεν τ’ ακούμε,
όμως όταν το μεταχειριζόμαστε 
είναι ανεξάντλητο. 

37
…ποτέ δεν πράττει
κι όμως τίποτα δεν μένει χωρίς να γίνεται.


Ο πράσινος δράκοντας εκτοξεύει μαργαριτάρι

Εκείνοι που με επιμέλεια ασκούνται στην τέχνη του Τάι Τσι, λέγεται πως κινούνται προς εκείνη την ιδανική στιγμή μες στο μοναδικό φως της οποίας αποκτούν την ταχύτητα του ελαφιού, την ηρεμία του γερανού, την υπομονή του βοδιού, το θάρρος της τίγρης και τη μακροζωία της χελώνας. Με εξαίρεση ίσως το τελευταίο, όλα τα προηγούμενα είναι επίσης οι προϋποθέσεις ενός τίμιου μουσικού. Κι ο τρόπος που ο μουσικός στήνει το έργο του είναι ο ίδιος που ο μαχητής του Τάι Τσι κινεί το σώμα του μες στα κενά του χώρου για να τα γεμίσει. Ο μουσικός μιλά με του νερού την ταπεινότητα, που, καθώς είπανε, διαλέγει την πιο φτωχική θέση για να καθίσει, έχει όμως τη δύναμη να κατεδαφίσει το φράγμα όταν χρειαστεί. Και η ιδανική στιγμή στην άσκηση του Τάι Τσι είναι τότε που την κίνηση δεν την ορίζουν οι μυώνες μα η καθαρή πρόθεση. Έτσι και με τον μουσικό. (Για την ακρίβεια μόνον έτσι.)

28
Ο μεγαλύτερος γλύπτης είναι εκείνος
που δεν πελεκάει.

27
Ο καλός ταξιδιώτης δεν αφήνει ίχνη.

2
ο σοφός ενεργεί χωρίς να πράττει και διδάσκει χωρίς λόγια.


Σφραγισμένο σαν Κλειστό

Παρακολουθώντας κάποτε τον Μπενεντέτι Μικελάντζελι να παίζει το κονσέρτο σε Σολ του Ραβέλ, είχα την αίσθηση ότι οδηγούσε ένα διαστημόπλοιο μέσα στην αίθουσα με τη σιγουριά εκείνου που πράττει το ένα και μοναδικό άξιο λόγου πράγμα στη ζωή του. Η μουσική απλωνόταν σαν πέπλο γύρω του, ορθώνοντας τη λευκή οθόνη που πάνω της θα προβαλλόταν ο τρόπος που το μηχάνημα του χρόνου αυτενεργεί (όχι χωρίς την συνδρομή μας, πάντως). Τίποτα πιο σοφό στην ιστορία της μνήμης μου απ’ αυτές τις νότες τις παιγμένες απ’ τα ακροδάχτυλα του αινίγματος εκείνου του ανθρώπου. Όλα συνέβησαν στο επίπεδο της συνείδησης-κάτω-απ’ τη-συνείδηση, φωτίστηκαν απ’ τη σωματική πειθώ μιας ακαταμάχητης απουσίας· γιατί δεν ήταν μόνος του, το ήξερα. Και ξάφνου έχασα την αίσθηση του μέσα και του έξω. Εκείνος που άκουγε ήταν ο ίδιος που έπαιζε, κοινό και μουσικός κολύμπησαν για λίγο μες στο ίδιο σώμα, καθώς ο ιερέας μες στο εκκλησίασμα, καθώς του Χριστού το σώμα μες στο στόμα της μετάληψης. Ο κόσμος γύρισε την πλάτη του στο επί μέρους. Στην ήσυχη γωνιά της σκηνής χαμογελούσε το Πλήρες Ένα, ό,τι και να ‘ταν αυτό. Έτσι όπως με τον μαχητή. Έτσι όπως και με τον σοφό. 

[Αργότερα έμαθα πως η εφορία κατάσχεσε τα δύο πιάνα του Μικελάντζελι. Κι αυτό ξάφνου τον έκανε στα μάτια μου ακόμα πιο εξωπραγματικά πραγματικό.]

81
Ο σοφός δεν έχει ανάγκη να μαζεύει·
όταν τα δώσει όλα στους άλλους 
θα έχει περισσότερα… 

Το ΤΑΟ του Ουρανού είναι ακονισμένο αλλά δεν πληγώνει.


Μονό μαστίγιο

Ο μουσικός που εγώ αγαπώ δεν έχει σώμα. Έχει κατεδαφίσει το από αιώνες ορθωμένο Σινικό τείχος που μοιράζει το μέσα με το έξω της χώρας του, το εδώ με το εκεί. Κι αυτό το χέρι που στο τέλος σφίγγεις για τα συχαρίκια είναι μονάχα μια παροδική ενσάρκωση, βαλμένη εκεί για το κοινό, να μην πεθάνει από τον τρόμο του. Ο μουσικός προσποιείται πως υπάρχει. Αυτό θα εννοούσε κάποτε ο Καρούζος όταν έστελνε το περίφημο σημείωμά του στον Τσιτσάνη, που, ανυποψίαστος, έπαιζε στο πάλκο το μπουζούκι του: 
«Τσιτσάνη, πρέπει να πεθάνεις».

50
Έχω ακούσει πως αυτός που κρατάει γερά τη ζωή του
δεν συναντά ρινόκερους ή τίγρεις σαν ταξιδεύει στη στεριά
και δεν τον αγγίζουν τα όπλα του εχθρού σαν μπαίνει στη μάχη.
Γιατί; Γιατί το σώμα του δεν έχει «σημεία θανάτου». 

56
Δεν μπορείς να τον πλησιάσεις
ούτε ν’ απομακρυνθείς.
Δεν μπορείς να τον κολακέψεις
ούτε να τον προσβάλλεις.
Γι’ αυτό τον τιμούν όλα τα όντα του κόσμου. 


Αρπάζοντας την ουρά του σπουργιτιού 

Υπάρχει μέσα στο ΤΑΟ μια εξαίσια εικόνα: Η εικόνα ενός ουρανού που είναι κάτω από τη γη και τη στηρίζει· μιας πνευματικότητας που με ένα πικρό χαμόγελο γονιμοποιεί τις παραδοχές μας. Κι ακούω τον -δικό μας- Παπαδιαμάντη ήσυχα να γυρίζει πλευρό στο κρεβάτι του [«δικός μας», όσο μπορεί χωρίς προσπάθεια να είναι πια δικός μας]: 

«… εις τον άνω βυθόν των ακαταλήπτων πραγμάτων» (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, «Το καμίνι»).

Οι δυο μας κόσμοι συναντώνται, χωρίς ποτέ να έχουνε συναντηθεί. Λες κι όσο εμβαθύνεις με τίμιες προθέσεις, τόσο ξυπνά ο τρόμος κι η ελπίδα να βρεθείς στην απέναντι πλευρά της γης, στην από κάτω Κίνα, αγκαλιά με το Απόλυτο Άπειρο, που είναι η πρώτη και η τελευταία στάση σε κάθε φόρμα του Τάι Τσι. Ο μουσικός δεν μπορεί παρά να παίζει μέσα σε αυτό [και μέσα από αυτό] το Απόλυτο Άπειρο, εκεί που όλα είναι σταθερά μες στη ρευστότητά τους. 

Το ότι αυτό είναι με ακρίβεια η πραγματικότητα του κόσμου μας είναι μια λεπτομέρεια που κάποτε θα μας πανικοβάλει. 

66
Δεν ανταγωνίζεται κανέναν
και γι’ αυτό κανείς δεν μπορεί να τον ανταγωνιστεί. 

42
Αυτός ο λόγος είναι ο πατέρας μου.


[Και κάτι ακόμα: Οι Κινέζοι γνώριζαν το μπαρούτι πολύ πριν απ’ τους Ευρωπαίους· αλλά το μεταχειρίζονταν μόνο για βεγγαλικά.] 

(*) Τα αποσπάσματα προέρχονται απ’ το Ταό τε Κινγκ του Λάο Τσου, σε μετάφραση Μάνιας Σεφεριάδη, εκδ. Ερμής 1971. Οι αριθμοί αντιστοιχούν στα κεφάλαια. Οι επί μέρους τίτλοι είναι ονομασίες κινήσεων του Τάι Τσι.

Mixology / με αφορμή ένα έργο της Κατερίνας Φωτεινάκη


Θα ξεκινήσω ανάποδα. Ας υποθέσουμε πως έχουμε στα χέρια μας ένα κοκτέιλ, μια μείξη ετερόκλητων πνευμάτων, του οίνου και λοιπών συναφών ψυχοδιεγερτικών, που ένας φίλος μας μόλις μας κέρασε. Με την προϋπόθεση πως δεν λαγοκοιμόμαστε στο υποβλητικό σκηνικό μιας περιπέτειας της Αγκάθα Κρίστι -οπότε σοφό θα ήταν να είμαστε υποψιασμένοι σχετικά με την πιθανότητα ο δολοφόνος να παραφυλά πίσω από δυσοίωνες κουρτίνες- θα πιούμε το ποτό στην υγεία του φίλου μας και στη μνήμη των τεθνεώτων, δίχως στιγμή να ανησυχήσουμε για την φύση των υλικών που το απαρτίζουν. 

Ομοίως, αν υποθέσουμε ότι γευόμαστε για πολλοστή φορά το φαγητό της θείας Μαρίας, και η σκηνή διαδραματίζεται σε κουζίνα χωριού της Κρήτης, κουζίνα πλαντάζουσα από αρώματα και ανυπόμονες γευστικές ονειρώξεις που βασανιστικά στη μνήμη συνωθούνται, και ενώ διατηρούμε το θυμικό μας επαρκώς ταμπουρωμένο απ’ τις βολές των γκουρμεδιάρηδων της απογευματινής τηλεοπτικής ζώνης, μες στην χαμερπή επικράτεια της οποίας κάθε δεξιοτεχνία προηγείται του νοήματος και αναιδώς το επισκιάζει (κι εδώ το Νόημα ταυτίζεται με την επίδραση των διεγερτικών ξορκιών της θείας επάνω στους γευστικούς κάλυκες όχι της γλώσσας μα της ίδιας της ψυχής μας), ναι, εκεί, στο χωριό, μες στο ιερό των όψιμων φανερώσεων, θα αφήναμε το είναι μας ορθάνοιχτο, σαν λαγού αυτί, στο ψιθύρισμα ενός ανέλπιστα υποταγμένου στην τέχνη των αισθήσεων επέκεινα, ψιθύρισμα που από κάθε πόρο της συγκυρίας θα εκπορεύεται, θα ξεχειλίζει, θα ρέει και θα πλημμυρίζει την κουζίνα, αγκαλιασμένο καίριες λεπτομέρειες του σκηνικού όπως η ύφανση του τραπεζομάντιλου και η ακριβής θερμοκρασία και υγρασία των αισθημάτων, διόλου αισθηματικών μα αισθησιακών, ακραιφνώς λειτουργικών και για τη σημασία της στιγμής μοιραία αποκαλυπτικών.  

Ομοίως, αν υποθέσουμε ότι ερωτευόμαστε την εικόνα ενός προσώπου που για ένα κομμάτι επίχρυσου χρόνου καταλαμβάνει την επιφανέστερη των λογισμών μας θέση και τους κανοναρχεί, υπάρχει η πιθανότης να ανακαλύψουμε, ρεμβάζοντας στο ξέφωτο αυτής της εθελούσιας τύφλωσης, ότι εκείνο που ερωτευτήκαμε σε τίποτα δεν είχε να κάνει με τα επί μέρους της εικόνας, με τις πολύχρωμες ψηφίδες που αυτονομούνται και συρρέουν ανεξέλεγκτες μέσα στο πλαίσιο της όρασης, μα μαγευτήκαμε απ’ την αόρατη αύρα που συνέχει αυτές τις λεπτομέρειες, το στρίφωμα που συγκρατεί ραμμένο το μυστικό σημείωμα, την ίδια την συνταγή της μάγευσης, ούτως ώστε αυτή να παραμένει ενεργή. Γιατί, κατανοώντας τα επί μέρους, αυτοστιγμεί απομαγευόμαστε, απέχουμε έτη φωτός απ’ τη μήτρα της συναστρίας που φώτισε το απέναντι πρόσωπο, αλλά κυρίως φώτισε τη σκοτεινή πλευρά του δικού μας αληθούς προσώπου, όπως μες σε μια ευλογημένη στιγμή αυτό αποτυπώθηκε στον ευαίσθητο σαν φιλμ χρόνο ενός άλλου. Στην ευγενή γειτονιά του παραπάνω παραδόξου κατοικεί ο αφοπλίζων κάθε αντίσταση θαυμασμός προς μια όμορφη γυναίκα, που πάει χέρι-χέρι με τη μελαγχολική επίγνωση ότι δεν θα αντέχαμε ούτε μια στιγμή δίπλα της. Η ακαταμάχητη τώρα έλξη που υπομονετικά υφαίνει τον ιστό της πίσω απ’ τις ασήμαντες λεπτομέρειες μιας τέτοιας εικόνας μοιάζει να καταφθάνει από τόπους τόσο μακρινούς, μυστηριώδεις, μυθικούς, και απ’ την τρέχουσα αντίληψη αδιαπέραστους, ώστε κάθε εχέφρων προνοεί, δηλώνοντας σταθερά απρόθυμος να εισέλθει στις υπόγειες στοές της και να τις εξερευνήσει. 

Κατά (και) τα παραπάνω, η ζωή αποδεικνύεται μια εξαίσια μείξη ετερόκλητων υλικών που απαρτίζουν το κοκτέιλ της καθημερινότητας. Αν τώρα αυτό το εφαρμόσουμε, χάριν παιδιάς, στην επικράτεια των τεχνών, θα φωτιστεί ακαριαία το παράδοξο των ιερών κλοπών που κάποιοι σοβαρότατοι καλλιτέχνες μέσα στην ιστορία επιχείρησαν, γονιμοποιώντας το δικό τους προφίλ, γεννώντας, να το πω αλλιώς, ένα νέο πρόσωπο από δάνεια και διακριτά υλικά, σαν ενηλικιωμένα ωάρια που ήδη φανερώνουν τη μορφή της καταγωγής τους. Κι αυτό στην περίπτωση που όντως θα έχουμε γονιμοποιημένα ωάρια και όχι το κακοραμμένο πρόσωπο ενός νεογέννητου μες στην κούνια του Φραγκεστάιν. Και ποιος τώρα θα πει εάν ετούτο που χαμογελά μπροστά στα μάτια μας είναι θεός ή είναι τέρας; 

Ο μοναχός ρίχνει τη ζαριά του μέσα στο κελί. Το δάχτυλο του Θεού του σπρώχνει λίγο ακόμα τον κύβο, στην κρίσιμη στιγμή. Τα μάτια του καθρεφτίζουν τα ακίνητα μάτια των ζαριών με την ουδετερότητα που αρμόζει σε άνθρωπο που ξέρει. Ο μοναχός θα υπηρετήσει ό, τι Εκείνος αποφάσισε. Μα η υπακοή του είναι τόσο ακλόνητη και διαρκής, που ούτε ένα τέρας δεν θα ήξερε πώς να της αντισταθεί. Θέλω να πω, πως, όπως πάντα, δεν έχει σημασία τόσο η ζαριά, όσο η πίστη του μοναχού. 

[Κάποτε, στην ιδανική συνθήκη της παιδικής ηλικίας όσο και μιας ζώσας ελληνικής επαρχίας που ακόμα φιλοξενούσε ακέφαλες γυναίκες στο βάθος μιας υποφωτισμένης πάνινης σκηνής, στο μέσον μιας πλατείας περικυκλωμένης από ευκαλύπτους, στο παράξενα υποβλητικό  σκηνικό μιας τέχνης υψηλής όσο κι αποκαρδιωτικά παρεξηγημένης, ναι, κάποτε, τότε, μπορούσε να γίνει διαρκώς και δημόσια και με κοινό για όλους τρόπο η επί τόπου μετάλλαξη του κιτς σε έρωτα, μια νέα γέννηση της ίδιας της φύσης των πραγμάτων. Αυτή η από πάντα επιμένουσα ικανότητά μας ευνουχίστηκε εσχάτως, ανασκολοπίστηκε, στραγγαλίστηκε και οριστικά θάφτηκε, τουλάχιστον για το ορατό σε μένα μέλλον.] 

Με εξαίρεση την μελαγχολική ελπίδα της παραπάνω παρένθεσης, που εδώ καταδέχτηκε να περιοριστεί πίσω από πρόθυμες αγκύλες, θα ξέρουμε αν ο θεός είναι θεός ή τέρας μονάχα μέσα στην δική μας αίσθηση. Αυτό δεν εμποδίζει τον κάθε επίδοξο μπάρμαν να αναμειγνύει τα ποτά του ασταμάτητα, ώσπου να φτιάξει το κοκτέιλ που σε κάποιο νυχτερινό σημείο των φανερώσεων παραμονεύει για να μας κυριεύσει με το ακαταμάχητο της μοναδικής του υπογραφής. 

Φτάνοντας λοιπόν τώρα στην αρχή, εκεί από όπου κανονικά θα ξεκινούσα αν δεν ξεκινούσα ανάποδα, θα πω ότι αφορμή για τις παραπάνω σκέψεις ήταν ο νέος ψηφιακός δίσκος [πλεονασμός θα μου πείτε, αφού όλα είναι πλέον ψηφιακά και ο ψηφιακός δίσκος ηχεί σήμερα σαν ξαδερφάκι του κάποτε ιπτάμενου δίσκου που στοίχειωνε τη φαντασία των συνωμοσιολογιών στην δεκαετία του ‘50], ο νέος ψηφιακός, λέω, δίσκος της Κατερίνας Φωτεινάκη, με τον αποκαλυπτικό τίτλο “Mixology” (*). 

Κι αφού έφτασα τώρα στο όνομα, και έδεσα προς στιγμήν τη βάρκα ετούτων των συλλογισμών που πολύ μοιάζουν με φλυαρία (όπως όμως κι θάλασσα μοιάζει με χωράφι εύφορο ενώ είναι σταγόνες μνήμης φορεμένες στην ανάγκη μας), εδώ τελειώνει η δουλειά μου. Τώρα θα πρέπει να φωνάξω τον καθ’ ύλην αρμοδιότερο να μας μιλήσει για το περιεχόμενο αυτού του παράξενου για τα ανυποψίαστα αυτιά κοκτέιλ. 
Θα προσθέσω εδώ πως ο αρμοδιότερος μιλά στο τέλος αυτού του κειμένου, με αποσπάσματα σημειώσεωνπου περιγράφουν το έργο το οποίο στάθηκε αφορμή για τούτη τη φλυαρία. Κι ακόμα, την ανακουφιστική παρατήρηση ότι η κατεύθυνση που πήρε η Φωτεινάκη είναι παραδόξως συγγενής μου (κι εδώ θα επιχειρήσω την απρέπεια ενός προσωπικού φωτισμού εν ονόματι της Φωτεινάκη), καθώς η αφεντιά μου, ήδη απ’ τα τέλη της δεκαετίας του ‘90, πάνω από είκοσι χρόνια πριν, είχε στήσει παρέα με την πάντα γονιμοποιητική, αλλά και εκ των ων ουκ άνευ, παρουσία  του Studio 19, δηλαδή του Κώστα Μπώκου και του Βασίλη Κουντούρη,  τον “Faust” (**) (μια παράσταση πολυμέσων που, ειρήσθω εν παρόδω, είχε ενθουσιάσει τον Αρανίτση σε μια ιδιωτική προβολή που τότε του κάναμε -και μας έκανε- δώρο). Εκείνος ο σχεδόν βυθισμένος τώρα μέσα μας Φάουστ, χτίστηκε με υλικά όμοια με αυτά της Φωτεινάκη, υπακούοντας σε μια παρόρμηση που απ’ την μακρινή εκείνη απόσταση άρθρωνε καθαρά μέσα στα ανήσυχα αυτιά μας την ηθική επιταγή και των σημερινών ημερών: Αφού όλα είναι πλέον με κάποιον τρόπο «αντιγραφές», το πιο τίμιο που έχεις να κάνεις είναι να προετοιμάζεις τα καινούργια φαγητά σου, διαλαλώντας την καταγωγή των δάνειων, αρχαίων υλικών, και την αδιασάλευτη αγνότητά τους. Κάποτε μάλιστα, μέτρια υλικά σε χέρια μαστόρων, γίνονται αιτία για ενδοσκόπηση, ένα κατέβασμα στο υπόγειο με τα απαραίτητα που κάνουν τη ζωή κάπως υποφερτή, δοσμένη σε προοπτικές λίγο ψηλότερα απ’ την ανάγκη, λίγο πιο πάνω απ’ την υπνοβασία της επιβίωσης.

F.W. Murnau, «Φάουστ» (1926)

Η παρέα μας λοιπόν τότε, πριν την αλλαγή της χιλιετίας, κατάφερε ένα αποσιωπημένο στοίχημα, όμοιο με της Κατερίνας, χρησιμοποιώντας ανακλάσεις ανακλάσεων ήχων και εικόνων γνωστών και αγνώστων, φτιάχνοντας ένα πρωτόγνωρο κοκτέιλ που πρόσφερε στο Αγγλικό κοινό, το 2000, στο Purcell Room του Λονδίνου. Ασφαλώς η Φωτεινάκη δεν επιχείρησε καμιά αντιγραφή εκείνων των επιτευγμάτων μας, χώρια που δεν τα ήξερε. Άλλωστε, και ευτυχώς, εκείνο που πάντα θα μετρά είναι η μαστοριά του σεφ που ανακατεύει τα υλικά του σαν να ‘χαν μόλις εφευρεθεί, κι έτσι κι εγώ δεν θα πάψω να ονομάζω κάθε τέτοιο επιτυχές μείγμα ένα νεογέννητο σώμα. Σαν τους χοχλιούς με αρισμαρί της θείας της Μαρίας, που σε ανύποπτο χρόνο εγκαταστάθηκαν στην μνήμη, σημείο αναφοράς και εργαλείο αποσυμφόρησης του ψεύδους όταν αυτό πάει κατά πώς το ‘χει συνήθειο να δεσπόσει, και που ήταν πάντα νόστιμοι σαν την πρώτη φορά. Και όντως, με την πρωθύστερη ντρίμπλα μιας τέτοιας σκέψης, κάθε παραδοσιακή μουσική είναι ολοκαίνουρια μουσική μες στο στόμα του τίμιου μουσικού. Έτσι κι η Κατερίνα ανακάτεψε συλλαβές ωραίες και τετριμμένες, λέξεις καινούργιες και χιλιοειπωμένες, λέξεις και συλλαβές από γλώσσες άλλων και από γλώσσες δικές μας, ντυμένες με φορέματα μελωδικά που ξέραμε μα που για λίγο πιστέψαμε πως για το χατίρι μας και μόνο γράφτηκαν, και άρα έτσι ήταν, και με ήχους οδηγημένους μέσα απ’ το μεγαλειώδες των πολυεφέ του ονείρου μηχάνημα (μέσα απ’ το  πολυεφέ που είναι το ίδιο το όνειρο, εννοώ), εκεί όπου όλα μοιάζουν κάπως κουνημένα μες στον τόπο και τον τρόπο τους, καθώς και μες στον χρόνο τους, κάπως σε λάθος θέση μα σωστά, κάπως ζαλισμένα, κάπως ακαταμάχητα εξασκημένα ώστε να περπατούνε ρυθμικά σαν μπαλαρίνες στον μονόδρομο τους, που οδηγεί με ασφάλεια σιδηροδρομικής γραμμής στο κεντρικό σημείο της μοναξιάς, εκεί από όπου ακούγεται στ’ αλήθεια η μουσική, εκεί όπου όμως, άμα τη αφίξει, διαισθάνεσαι πως είναι κι άλλοι για να έρθουν, κι είναι και άλλοι ήδη εγκατεστημένοι, κι είναι κάπου κρυμμένοι μην τρομάξει ο μηχανοδηγός που ξέρει με κλειστά τα μάτια τη διαδρομή, μηντρομάξει και τολμήσει πριν την ώρα της την αθέλητη στραβοτιμονιά που ισιώνει τον κόσμο μας. Κι αυτή η μοναξιά δεν περιέχει ούτε μια σταγόνα μελαγχολίας, αλλά μια τζούρα γενναιόδωρη γλυκόπικρης χαρμολύπης, από εκείνη των Ελλήνων, τότε που συμβαίνει ξανά και ξανά να βρίσκεις τρυπωμένο στην ξεχασμένη λεπτομέρεια, στο ρωμαλέο σώμα μιας κλωστής που κρέμεται απ’ το υφαντό, τον πλήρη καμβά της καταγωγής, που πάνω του ξαναγράφεις την ιστορία με έναν δεύτερο, θεραπευτικά οριστικό, τρόπο. 


Είπα λοιπόν στην Φωτεινάκη όταν άκουσα τον δίσκο της με το ωραίο εξώφυλλο που σου χαϊδεύει το ίδιο σου το χάδι, πως ήταν αυτό ακριβώς το πράγμα που ετοιμαζόμουνα να κάνω. Κι ήταν αλήθεια, παρότι εκείνο που ετοίμαζα ηχούσε εντελώς διαφορετικά. Ήταν όμως χτισμένο με αυτόν τον ίδιο τρόπο ενός απελευθερωμένου από μουσικά στολίδια αυτοσχεδιασμού πάνω σε γνωστά υλικά, με ένα σαφές μες στην λεπτομερή απροσδιοριστία του σχέδιο, σαν αυτοκινούμενο τεριρέμ, σαν ξόρκι που δεν θυμάσαι, που κανείς ποτέ δεν σου αποκάλυψε, μα που πετιέται αυτόματα μέσα απ’ το στόμα σου σαν είσαι αφηρημένος, κι αυτή η αφηρημάδα τώρα δεν θα λέγεται πια μέθοδος, μα προσευχή αδιάλειπτη, στάση ακαταμάχητα υπεροπτική προς την ειδίκευση των υψηλόβαθμων στελεχών (μακριά από μας), προς τον εκάστοτε αρμόδιο να διεκπεραιώσει τις λεπτομέρειες (μακριά από μας), και μαζί έκφραση αδιασάλευτης πίστης προς την ζώσα ικανότητά μας να χειριζόμαστε τους εκατομμύρια αισθητήρες-δώρα που μας προίκισε η βιολογική συγκυρία για να αντιληφθούμε την μία ουσία που εμείς θεωρούμε Ουσία. Με αμετακίνητη εμπιστοσύνη προς την δοσμένη χάρη να συνθέτουμε χωρίς διαμεσολάβηση τον κόσμο μας, δίχως διόλου να γνωρίζουμε ποιος είναι αυτός ο κόσμος, πράγμα εκ των ων ουκ άνευ, όπως ακριβώς έκανε και ο πρωτόγονος (βοήθειά μας). Αυτό το «χωρίς να ξέρουμε» είναι που εξασφαλίζει την διαύγεια, φωταγωγεί τον πυρήνα που στον πυθμένα της απελπισίας φανερώνεται για να κατατροπώσει τις στρατιές των μισθοφόρων, είναι η μέθοδος της καθαρής θέασης, αυτής που πάντα και με μοναδικό τρόπο εργάζονταν τα έργα της στη διάφανη γεωγραφία του τόπου μας, μια ιερή, μεγάλη και ψυχογαληνευτική παράδοση. 
Και θα τολμήσω μια ακόμη απρέπεια, λέγοντας μπράβο στην Φωτεινάκη, που ακολουθεί αυτήν την παράδοση -θέλοντας ή μη θέλοντας, αδιάφορο- παρότι κάποιοι θα πιστέψουν πως κάνει πρωτοπορία. Αυτός είναι νομίζω ο λόγος που και εγώ, κολυμπώντας, χωρίς να ξέρω το γιατί, μέσα στον κήπο της, μαγεύτηκα.

Γιώργος Μουλουδάκης, 16/11/21



(*) Ο πιο πρόσφατος δίσκος της Κατερίνας Φωτεινάκη, μια μείξη ετερόκλητων ηχητικών τόπων, τραγουδιών, γλωσσών, και πιθανά γεύσεων, περασμένων απ’ το απόλυτο φίλτρο πιθανών και απίθανων συλλογικών μύθων, και κερασμένων σαν κοκτέιλ με τις ανάλογες προσδοκίες και τις γλυκές παρενέργειες.  Εδώ, κάποια αποσπάσματα απ’ το εσώφυλλο:


(…) Είχα, από όταν άρχισα να φτιάχνω μουσική, μια δυσκολία να απαντήσω στην ερώτηση τι είδος μουσικής κάνετε; Αν έπρεπε οπωσδήποτε να απαντήσω κάτι, το έκανα περιφραστικά, με πολλούς αστερίσκους και ναι μεν αλλά. Στη Γαλλία, ως Ελληνίδα, αναγκαστικά εντάχθηκα στο είδος της World Music, γεγονός που προκάλεσε κάποιες αστείες παρεξηγήσεις, καθώς το κοινό των Φεστιβάλ όπου με καλούσαν περίμενε συχνά να ακούσει… μπουζούκι και Ζορμπά ενώ εγώ έπαιζα μελοποιημένο Ελύτη και Σολωμό. Όταν άρχισα να εμπνέομαι και από την ποίηση άλλων γλωσσών, Άγγλους, Αμερικάνους ή Γάλλους ποιητές όπως ο William Blake, η Edna St. Vincent Millay, και η Louise Labé αντίστοιχα, και από μουσικές διαφορετικών εποχών, μεσαιωνική, σύγχρονη, blues, jazz, punk, εκεί κατάλαβα ότι είναι πλέον μάταιο να προσπαθώ να απαντήσω.

Κατανοώ όμως την ερώτηση και την ανάγκη από την οποία πηγάζει. Αποφάσισα γι’ αυτό να καλέσω τους ακροατές της μουσικής μου να την αντιμετωπίσουν όπως αντιμετωπίζουν ένα κοκτέιλ:
μια Μαργαρίτα είναι μια Μαργαρίτα – δεν χρειάζεται να ξέρει κανείς αν έχει βότκα ή τεκίλα, λεμόνι ή λάιμ. Ένα Μοχίτο είναι ένα Μοχίτο – δεν παραγγέλνει κανείς ένα… Ρούμι με τριμμένο πάγο, ζάχαρη, λάιμ και μέντα. 

Έτσι και τα κομμάτια αυτού του δίσκου: κάποια είναι μια μίξη διαφόρων υλικών, που προκύπτει από μια βαθειά προσωπική ανάγκη έκφρασης την οποία μόνο τα συγκεκριμένα υλικά μπορούσαν να υπηρετήσουν. Άλλα κομμάτια είναι σκέτα – ένα ουίσκυ ας πούμε. Άλλα είναι μία ολόκληρη ιστορία με αρχή, μέση και τέλος, με πολλά διακριτά υλικά και στυλιστικές αλλαγές – όπως ένα B52 με τρεις ευδιάκριτες στρώσεις. 

Ολόκληρος ο δίσκος με τις πολλαπλές του όψεις, φιλοδοξεί να επικοινωνήσει κάποιες αισθήσεις, ανεξαρτήτως γλώσσας, στυλ, ενορχήστρωσης, εποχής, να ξυπνήσει μνήμες, να ενεργοποιήσει τη φαντασία. Όπως ακριβώς ένα καινούργιο κοκτέιλ που μας δίνουν να δοκιμάσουμε και δεν ξέρουμε τι περιέχει (…)

Κατερίνα Φωτεινάκη


(…) η κάμαρη της Κατερίνας έχει τοίχους καλυμμένους από μετάξι, που εκπέμπουν φως και μοσχοβολούνε ρίγανη, εγγλέζικο τσάι και θαλασσινό τριφύλλι.

Αν θελήσετε να μπείτε, θα βρείτε στα ράφια της ανθολογίες ποίησης διάσπαρτες, χωρίς ημερομηνία, που έρχονται από την Ελλάδα ή την Αγγλία, από τη Γαλλία ή την Αμερική.
Στο πάτωμα, λες και περιμένουν ένα σύνθημα που θα τα ξυπνήσει: κιθάρες, κρουστά, μια φυσαρμόνικα, ένα βιμπράφωνο, ντραμς, μια μαρίμπα, ένα βιολοντσέλο, ίσως κι ένα τζιτζίκι, που αποκοιμήθηκε πάνω στα φύλλα του φθινοπώρου (…)

(…) Μόνο η Κατερίνα γνωρίζει το βαθύ νόημα των ενώσεων αυτών, των γάμων και των διαλόγων που της προκύπτουν και που ραφινάρει έπειτα με την τέχνη της. Μόνο εκείνη γνωρίζει γιατί η « Habanera » από την Carmen αποζητά τόσο διακαώς μια manouche συνοδεία. Ή γιατί ο T. S. Elliot ή η Louise Labé καλούν μια ελληνική μουσική, ή γιατί η Barbara την Peggy Lee (…)

Νοέλ Σατλέ



(**) Παράσταση πολυμέσων, στηριγμένη στην ομώνυμη βωβή ταινία του 1926, του F.W.Murnau, με μουσική του Γιώργου Μουλουδάκη και ηχητικό σχεδιασμό του Studio 19. Εκεί δοκιμάστηκε για πρώτη φορά, και με εξαιρετικά πρώιμα μέσα, η ζωντανή διαμόρφωση μιας κλασικής κιθάρας μέσω Η/Υ, παράγοντας παράλληλους ηχητικούς κόσμους που μεταλλάσσονταν καθ’ όλη την διάρκεια της προβολής και περνούσαν στην αίθουσα μέσω ενός  συστήματος surround, καθρεφτίζοντας με ακρίβεια το ηχητικό τοπίο της σκηνής. Πρώτη εκτέλεση Purcell Room/South Bank-London, 2000, στο πλαίσιο του Greece in Britain.


[Το κείμενο δημοσιεύτηκε ταυτόχρονα στο τεύχος Δεκεμβρίου του περιοδικού «Χάρτης» (https://www.hartismag.gr/hartis-36/moysikh/mixology)]

Το φτερούγισμα μιας αδιάλειπτης εφηβείας

[Δημοσιεύτηκε στο «Μικρό Αφιέρωμα/Μίκης Θεοδωράκης» του περιοδικού «Χάρτης»/34 {Οκτώβριος 2021}]

[Α]

Εργόχειρα

Αν καθίσεις, νύχτα Σεπτεμβρίου, κάτω από ξάστερο ουρανό κι αφήσεις τα μάτια σου να βυθιστούν στο παρελθόν ενός σύμπαντος που κατά πάσα πιθανότητα δεν υπάρχει πλέον, το φυλλαράκι του μυαλού σου -από τρόμο, από αγαλλίαση;- θα απομονώσει μια χούφτα κουκίδες απ’ το πλήθος που σκόρπισε το χέρι του Μεγάλου Σπορέα, και θα υφάνει στον αμφιβληστροειδή της φαντασίας σου ένα μοναδικό υφαντό -έτσι καθώς κάποιοι κάποτε ύφαναν τον Τοξότη και τη Μεγάλη Άρκτο στον θόλο των επουρανίων, δηλαδή στον θόλο του μυαλού τους. Ετούτο το εφήμερο κάτω απ’ τον ξάστερο ουρανό υφαντό θα ‘ναι χρισμένο το λυτρωτικό παράδοξο των ερωτευμένων και των ασκητών: καλλιτέχνης κι αποδέκτης του έργου τέχνης είναι ένα και το αυτό πρόσωπο. Το έργο, στο εξής, θα σπαρταρά, νεογέννητο μαζί και ετοιμοθάνατο, μες στην κοιλιά ενός ακαριαία μηδενισμένου χρόνου, μέσα στο φως μιας αστραπής, έτσι καθώς λέγεται ότι συνέβη μες στην ψυχή του Άγγλου στρατιώτη λίγο πριν τον καταβροχθίσει ο ζωοποιός Πόρφυρας του Σολωμού: 
«Άστραψε φως κι εγνώρισεν…». 
Καταλαβαίνουμε από εκεί έξω ό,τι είμαστε έτοιμοι να καταλάβουμε. Το εκεί έξω αδιαφορεί·πιθανότατα.

Στη δική μου αίσθηση, η εν είδει καλπασμού χιλίων επιβητόρων έλευση του Θεοδωράκη απ’ τον ιστορικό χρόνο της γενιάς μου δεν μπορεί παρά να υπακούει στο παραπάνω παράδοξο. Εκείνο που ο καθένας θα κρατήσει στα χέρια του, όταν η σκόνη του καλπασμού κατακαθίσει, θα είναι ένα νεογέννητο πρόσωπο, ο δικός του κάθε φορά Θεοδωράκης. Αυτό το πρόσωπο, που σε ανύποπτο χρόνο εισέβαλε με τις σκόρπιες κουκίδες της ιστορίας του στο πιλοτήριο του βαθυσκάφους μας και αποσυντόνισε τα όργανα, και ανακατέταξε τις συντεταγμένες της πορείας, εάν αυτό συνέβη, θα ‘ναι για πάντα, ακόμα και ερήμην του, ένα ακριβό για μας πρόσωπο. 
Αλλιώς: ο Θεοδωράκης έζησε τις πολλές του ζωές μέσα στη μία δική του, και φαντάζει πλέον αδύνατο να αποσαφηνιστεί το ποια ζωή υπήρξε όντως δική του. Ίσως ένας κυματισμός μες στο πολύβουο καρναβάλι των γεγονότων, προορισμένος να ντύνεται μια κάθε φορά διαφορετική μάσκα, προκειμένου να καθησυχάζει τους εχθρούς, αλλά κυρίως τον ίδιο του τον εαυτό. Θα μιλήσω εδώ για τη μία δική μου ζωή του Θεοδωράκη, που ένας πεινασμένος μέσα μου, ήδη από την εποχή της εφηβείας, ίδιος και απαράλαχτος σ’ όλα τα χρόνια, φώτιζε βουβά με το πιο φροντισμένο του φαναράκι.  

Η συνάντηση

Η ευρεία οικογένειά μου, ποτισμένη ως το πιο βαθύ σημείο απ’ τη βία της φυλακής και της εξορίας, και λουσμένη στους αντικατοπτρισμούς ενός αδιάλειπτου επαναστατικού σθένους (του οποίου, ειρήσθω εν παρόδω, κορυφαίο δώρο υπήρξε η ώρα της συγχώρεσης), είχε δοκιμάσει να μου τον γνωρίσει, εγκαθιστώντας με σε νεαρή ηλικία μες στην παρηγορητική εμβέλεια του φωτοστέφανου των ενεργειών του. Κάποιος μέσα μου είχε τότε αρνηθεί, για τους δικούς του λόγους, και το παράδοξο είναι πως ένας ταξικός εχθρός, ο Μάνος Χατζιδάκις, ευθύνονταν για την πρώτη μας συνάντηση. Έτσι, βρέθηκα στα 16 μου, στο καφενείο του Galaxy, στο Ηράκλειο, να πίνω τον καφέ μου σε ένα  στρογγυλό τραπεζάκι με τα δυο τέρατα της μεταπολιτευτικής εξωστρέφειας, με το δέος εκείνο που χωρίς αμφιβολία θα ερύθρυνε τις παρειές μιας νεότητας που επέμενε να χτίζει τους χάρτινους πύργους της πάνω στα θεμέλια της αγιοσύνης των ινδαλμάτων. Κι όμως, κάποιος μέσα μου γνώριζε ήδη ότι το φως που έλουζε εκείνο το τραπεζάκι ήταν ένα, έτσι καθώς μετά το «-Δεύτε λάβετε» τα κεριά που καίνε μες στις παλάμες καίνε το ίδιο Αναστάσιμο φως, αυτό που φώτισε το πρόσωπο του Ιησού όσο και του ληστή. Το φως εκείνο είχε προσφερθεί αιώνες πριν τη γέννηση και των τριών, κι ερχόταν τώρα να φωτίσει την καλή την ώρα. 

Η μνήμη που κρατώ απ’ αυτή την πρώτη συνάντηση παρέμεινε αλώβητη στην κριτική των επόμενων χρόνων. Θα προσθέσω μόνο πως η όποια αναφορά στη συνέχεια των συναντήσεων, επαγγελματική ή όχι, δεν έχει χώρο εδώ, εξ ου και την παρακάμπτω ως άκομψη· μονάχα η αίσθηση της πρώτης φοράς, που, κατά πώς λένε, διαθέτει διεισδυτικές αρετές. 
Θυμάμαι λοιπόν, όχι δίχως κάποια αδιόρατη νοσταλγία, πως ο Χατζιδάκις εξέπεμπε την καθηλωτική χάρη ενός ακριβού αρώματος της ανατολής, και μαζί έναν αέρα ακατανίκητης συγγένειας. Η Κρήτη ρίζωνε όμορφα στα υλικά του και ήταν ολοφάνερο ότι τον έθρεφε. Δίπλα στον  Θεοδωράκη άκουγες το διακριτικό ψιθύρισμα, μια χαμηλόφωνη αναγγελία επικείμενης πτήσης, το φτερούγισμα μιας αγκαλιάς προς το εύθραυστο της ζωής, ένα ήρεμο σάλπισμα και μαζί μια επιτακτική πρόσκληση να απελευθερωθείς απ’ τη θνητότητα, πριν προλάβει ο Χάρος και σε ντροπιάσει. Το ίδιο Κρητικό σθένος που από καταγωγή κουβάλαγαν κι οι δύο (Χανιώτης απ’ τον Γαλατά ο ένας, Ρεθεμνιώτης απ’ τον Μύρθιο ο άλλος, μεγαλωμένοι όμως στην ξενιτιά της μοναξιάς τους) μεταγλωττιζόταν δίπλα στον Θεοδωράκη σε κάτι που έμοιαζε με κουβέντα κλεμμένη απ’ τον καπετάν Μιχάλη (ή απ’ τον καπετάν Μίκη, να πεις εδώ), ενώ δίπλα στον Χατζιδάκι μεταμορφωνόταν σε πολύτιμο προυκιό, εργόχειρο προγιαγιάς που στεκότανε ντυμένη τα γιορτινά της στο κεφαλόσκαλο να σε καλωσορίσει, εικόνα-κέντημα που οι άντρες όλοι έσκυβαν να προσκυνήσουν. Έλεγες πως παλλότανε μες στην ησυχία του απογεύματος σαν υποφωτισμένη κάμαρη του Καβάφη, που μόλις από μέσα της είχαν εξέλθει ακροποδητί οι Νέοι της Σιδώνος. Κι αυτά την ώρα που ο Θεοδωράκης φύσαγε αφηρημένος το ίδιο του το φουσκωμένο άρμενο, ιστιοφόρο μέσα στην απόλυτη ερημιά της νύχτας, που ξεκινά ταξίδι μ’ άγνωστο προορισμό. Τη διάφανη ζωή τους όμως την ξεφανέρωναν αυτά τα ξεχασμένα πούπουλα, ριγμένα απ’ την ορθάνοιχτη φτερούγα κάποιας ουτοπίας, πούπουλα που δεν προλάβαιναν να κρύψουν, και που στο φως του απογεύματος έλαμπαν σαν μοναδική αλήθεια. Γι’ αυτό ήταν κεφάτοι.

Εργοτέλης

Λίγο πριν απ’ τα παραπάνω, στο κατάμεστο μεταπολιτευτικό γήπεδο του Εργοτέλη, συνελάμβανα την ίδια μου την ψυχή να πάλλεται λουσμένη στον αέρα που ανακάτευε με το φτερούγισμά του όταν διηύθυνε, κάτω απ’ το τρυφερό σεντόνι της φωνής της Φαραντούρη [φωνή-μάνα, φωνή-ερωμένη, φωνή-συντρόφισσα] και κάτω απ’ τις κοφτερές λεπίδες των μπουζουκιών του Καρνέζη και του Παπαδόπουλου [με τα χέρια τους να δείχνουν σ’ άλλον τόπο το καθένα, λες και τα χώριζε η ευχή ενός καθρέφτη], που απ’ τους πιο πολυσύχναστους δρόμους της γυάλινής τους έξαρσης χυνόντουσαν κατά πάνω μας κι έκοβαν τσαμπιά μνήμης ολόδροσα, τις ρόγες των αόρατων προσευχών, τα δώρα της αδιαμεσολάβητης  ζωής. Στηριγμένοι στο σταθερό πάτημα του χασάπικου και περνώντας σκυφτοί μέσα απ’ τους δαιδαλώδεις λαβυρίνθους του ζεϊμπέκικου [πάντα στους ίσκιους άκουγες το πηχτό μουσούνισμα του Μινώταυρου], τα μοίραζαν σε χέρια πεινασμένα, σε εμάς, που πάνω στις διονυσιασμένες ιαχές του ακονίζαμε τη διάρκεια του αισθήματος, την ανταρσία σ’ ό,τι λοιδορούσε το φιλότιμο, την αποκοτιά μιας αστραπιαίας μα με χειρουργική τελειότητα κίνησης που ξερίζωνε απ’ τα σπλάχνα τον εισβολέα του φόβου και τον πετούσε στον αφαλό της γιορτής, ντροπιασμένο. Τότε θα ερχόντουσαν οι μαυροφόρες να χορτάσουν με τη σάρκα του τα νύχια τους, λυτρωτικά μπροστά στα μάτια μας να τον αφανίσουν.

Κι ερχόταν κάποτε η ώρα για να πει τη Ρωμιοσύνη, έτσι καθώς συλλαβίζεις έναν χρησμό χωρίς να ξέρεις (τη Ρωμιοσύνη που ήταν δάνειο, η πρόνοια κάποιου κρυμμένου μέσα μας διαρρήκτη, δάνειο όπως κι ο Ζορμπάς -μικρές κλοπές που ο χρόνος ίσως του συγχώρησε, αφού μέσα στην πολυπραγμοσύνη δεν υπήρχε χώρος για δικά σου και δικά μου, κι ας κόστισε αυτό σε ανοιχτές πληγές· ποιος να μιλήσει σήμερα γι’ αυτά, και από ποια γωνιά της μνήμης;). Κι ο τρόπος που συλλάβιζε τη Ρωμιοσύνη ήταν ο τρόπος όλων μας. Λουσμένος, απ’ την κορυφή ως τα νύχια της θεόρατης φιγούρας του με μια βία λυτρωτική, βία που την έθρεφε κάθε γραμμάριο αδικίας, που την άνδρωνε η πίκρα της προδοσίας, που την έκανε λάβαρο ο έρωτας προς έναν κόσμο που θα ήταν άλλος. Κι αυτόν τον κόσμο, με αξεδιάλυτα όμοιο τρόπο, τον ανέμιζε μέσα στο στήθος μας σαν προσευχή ο χριστιανός κι ο άθεος. 

Σήμερα δεν μπορώ να ξεχωρίσω εκείνο το φτερούγισμα απ’ τον ίδιο τον Θεοδωράκη, και να γιατί εδώ η απώλεια δεν είναι ένας θάνατος μα μια εκρίζωση, ο θρήνος για τον αποχωρισμό απ’ τη γιορτή μιας ζώσας ουτοπίας, όχι κάτι λιγότερο απ’ το πένθος της κανονικής ζωής. Τώρα, λίγο πριν, αποσβολωμένοι, βλέπαμε το νεκρό σώμα της εφηβείας μας να κατεβαίνει σ’ αυτή την παράξενη τρύπα στη γη του Γαλατά, έτσι όπως κάθε νεκρός, σαν ποτέ να μην ήταν τίποτα περισσότερο από ένας νεκρός. Μυριάδες θρήνησαν βουβά και σώπασαν για αυτό που έσταξε πίσω απ’ το δάκρυ: ό,τι έδωσε νόημα στη ζωή μας, ό,τι μας ανύψωσε λίγο πάνω απ’ τον κόσμο της ανάγκης, υπήρξε θνητό. Στην παράξενη τρύπα του Γαλατά κατεβάσαμε τον ίδιο μας τον εαυτό.    

                                                                          [Β]          

Κάτω απ’ τη φόδρα

Ως εδώ το έδαφος ήταν κοινό. Απ’ το σημείο αυτό κι έπειτα διακρίνονται οι γκρίζες ζώνες. Στο εξής ο καθένας θα πατά στη δική του τη βάρκα. 
Ο Θεοδωράκης -αυτό το κομμάτι Θεοδωράκη που εγώ θέλω να κρατήσω- ακόνιζε το ξίφος του στην καθαρότητα της πρόθεσης και όχι στη βεβαιότητα της νίκης. Η μετέωρη πατρίδα που υπερασπίστηκε (αυτός και οι χιλιάδες σαν αυτόν, ανάμεσά τους κι ο πατέρας μου) ανέπνεε ήδη μέσα τους, σύμμαχος κι άγγελος. Με κάποιον τρόπο πραγματική πατρίδα τους υπήρξε η ίδια η μάχη, και να γιατί η σκηνή που ανακαλεί ο Θεοδωράκης [εκεί που σε έναν μελλοθάνατο προσφέρεται η δυνατότητα να εξαιρεθεί, αλλά αυτός βουτά στη θάλασσα και κολυμπά προς τη βάρκα που θα τον οδηγήσει μαζί με τους συντρόφους του στο εκτελεστικό απόσπασμα] συνοψίζει το τι υπήρξε ο θάνατος για αυτούς, θάνατος που μεταστοιχειωνόταν σε διαρκές χάδι της ποθητής πατρίδας, στη μόνη της ενσάρκωση, στον μόνο τόπο που το όνειρο ανέπνεε ψηλά πάνω από τα μικρά μεγέθη. Κι ο χρόνος διαστέλλονταν. Ο λίγος που απόμενε φούσκωνε σε αιώνες παραδείσιας γαλήνης. Και να γιατί οι Μακρονησιώτες απεχθανόντουσαν τη δήλωση, κι αυτό το ξέρω κι απ’ τη μαρτυρία και το μαρτύριο του πατέρα μου, που ήταν εκεί, συγκάτοικος, στα ίδια ακριβώς εκείνα χρόνια. 
Αλλιώς: Το εκτελεστικό απόσπασμα ήταν ένα μικρό τριζόνι, σαν αυτό που κάποτε φανερώθηκε μες στο Λακωνικόν του Ελύτη, για να κατακυρώσει, «μέσα στη νύχτα των αφρόνων» και με τον πιο αδιαμφισβήτητο τρόπο, «το νόμιμο του Ανέλπιστου»
Ποια άλλη Ελλάδα να ζητήσει κανείς;

Συμφωνητικό μιας παρατεταμένης εφηβείας

Ανασκαλεύοντας τώρα για λίγο ακόμη τα ρούχα του νεκρού, (αφού ήδη διαπράξαμε την ύβρη και η νέμεση, χωρίς αμφιβολία, θα μας πλήξει), θα δούμε ότι ο νεκρός είχε ζήσει τη δεύτερη, παράλληλη, ζωή του σε κοινή θέα, έτσι ώστε αυτή να είναι διάπλατα εκτεθειμένη στις συμβολικές επενδύσεις. Αυτό, σε συνδυασμό με ένα διατρητικό ταλέντο που ένωνε ετερόκλητα άνθη καθώς και μιαδαιμονική αντοχή (που μπορείς να την πεις γενναιότητα ή ψυχοπαθολογικής καταγωγής άγνοια κινδύνου, που τη συνόδευε – όπως κάποια παιδιά- μια εξαίσια τύχη) του επέτρεπε να παραμένει όρθιος στα δύσκολα και να επιμένει λες και ήταν άτρωτος. Και όντως, με αυτόν τον πρωθύστερο τρόπο, παρέμενε άτρωτος. Τον προστάτευε άλλωστε, καθώς πολλοί φίλοι θα ισχυριστούν, ηπανοπλία ενός υπερτραφούς Εγώ. Μα ποιος νοιάζεται γι’ αυτό σήμερα; Απ’ τη χρονική απόσταση που λειαίνει τις λεπτομέρειες, εκείνο που δεσπόζει είναι η ωραιότητα των πιο ιδιωτικών του αγώνων, εκείνων που υποπτεύεται κανείς στις χαραμάδες των συνεντεύξεων και της μεγάλης μουσικής του. Κι αυτή η ωραιότητα δεν ήρθε ανέξοδα, εκτός και υποθέσει κανείς (πράγμα που εγώ πάντως θεωρώ βέβαιο) πως η άμα τη παραδώσει πληρωμή των ευγενών τόπων στους οποίους εισέρχονταν τον απάλλασσε απ’ την υποχρέωση να πληρώνει κατά την έξοδο. 
Στην έξοδο λοιπόν τίποτα δεν πληρώθηκε. Τον δόξασαν ακόμα και εκείνοι που, σαν εμένα, μέτρησαν σε ανύποπτο χρόνο με το υποδεκάμετρο της μικροψυχίας τους τα λάθη μιας ζωής που αναδύονταν για λίγο στην επιφάνεια, ξεφυσώντας, για να αναπνεύσει, αντί να κοιτάξουν το μέγεθος του κήτους που χόρευε κάτω απ’ το νερό, έτοιμο να καταδυθεί στην άβυσσο. 

Κατά τα λοιπά, μπορώ να υποθέσω ότι το βασικό του σθένος υπήρξε η εμμονή στις μεγάλες καταδύσεις και η προσφορά ενός διχτυού προστασίας προς τους πεπτωκότες συναγωνιστές. Την νοηματοδότηση της καθημερινότητας θα έπρεπε να τη σέρνει η ατμομηχανή των πιο μεγάλων φιλοδοξιών, κι αυτό νομίζω τον έκανε να ξεφεύγει απ’ την κακιά την ώρα τότε που οι σφαίρες σφύριζαν γύρω του, και να ξεγλιστρά επιτυχώς απ’ τα μικρά όταν αυτά απειλούσαν να τον κυριεύσουν. Έτσι, ο πιο επαρκής συνομιλητής του υπήρξε ένα φαντασιακό κοινό [ή πραγματικό; δύσκολο να πεις τι προηγήθηκε και τι απέμεινε], που ήταν ο καθρέφτης ενός εξαίσιου, ιδανικού Εγώ, ένα κοινό που χειροκροτούσε τον διονυσιασμένο δικό του καθρέφτη μες στα γεμάτα στάδια. Γιατί, ασφαλώς, και το κοινό τον δικό του ιδανικό εαυτό ήταν που χειροκροτούσε πάνω στη μορφή του Θεοδωράκη, γι’ αυτό εκ των υστέρων κάποιοι δεν του συγχώρησαν που γέρασε. Ενενήντα έξι έτη ήταν χωρίς αμφιβολία πάρα πολλά για έναν έφηβο, όσο κι αν κάθε τόσο γιορτάζαμε και πάλι την αναγέννηση της εφηβείας του [μας].

Μια εξαίσια παλαίστρα υπήρξαν οι μυθικές εκείνες εξέδρες, οι φορτωμένες μουσικούς σαν κιβωτοί του Νώε, παλαίστρα να αναμετρηθείς με το φθαρτό του χρόνου, και η ικανοποίηση στον γύρο του προσώπου του, που οι κάμερες κατέγραφαν, δεν μπορεί παρά να καταγότανε από μια χώρα πιο μακρινή απ’ τη ματαιοδοξία. Μα κι αν υποθέσουμε πως κι εκείνη η ματαιοδοξία είχε βάλει τη μακριά ουρά της στην εξίσωση, εύκολα θα πεις σήμερα χαλάλι του, αφού μέσα στο εργαστήρι των γεγονότων αυτή έγινε ο κινητήρας μιας εξουθενωτικής εξωστρέφειας, απόλυτα κρίσιμης κι επικίνδυνης, σαν δίκοπο μαχαίρι, ανάλογα τους ανθρώπους στους οποίους αυτή απευθυνόταν. 
Και πολλοί θα πουν σήμερα πως με τους Χατζιδάκιδες και τους Θεοδωράκηδες χάσαμε τη δυνατότητα μιας πολυφωνίας του ψυχικού κυματισμού μας. Αλλά αυτό δεν θα το ξέρουμε αν δεν έρθει ο λογαριασμός, αν δε υπολογίσουμε τι κληροδοτήθηκε και τι εμποδίστηκε. Το μόνο που έχουμε στα χέρια μας είναι η προίκα. Και μιλώντας για τον Θεοδωράκη, πρέπει να παραδεχτώ ότι στο δικό μου ψυχικό αποτύπωμα η παρουσία του δάνεισε εκείνη την αίσθηση του ανίκητου που η γενιά μου κουβάλησε στους ώμους της, αποσκευή και σταυρό. Λες κι είχαμε κρυφά συνυπογράψει ένα συμφωνητικό ότι αυτή την εκκλησιά θα την ασπρίζουμε τα καλοκαίρια, θα της ανάβουμε τα καντήλια της και θα τη λειτουργούμε, όσο κακοί καιροί κι αν ερχόντουσαν. Και ήρθαν. 

Ο λαός του

Ισχυρίζομαι ότι Θεοδωράκης είχε τις εποχές και τους τόπους του. Καθόλου δεν αγαπώ τις έλευσή του απ’ τις αίθουσες των Μεγάρων Μουσικής, κάτι που κι ο ίδιος θα πρέπει να ένοιωθε. Το ένδυμα εκεί πρόδιδε το περιεχόμενο με χίλια στόματα. Μόνο στον πρώιμο μεταπολιτευτικό χρόνο και στους ανοιχτούς ουρανούς των σταδίων μπορούσε να χτιστεί η εύφορη φωλιά που έθρεψε το άρρητο, τους βουβούς ακόμα μαχητές ενός μέλλοντος σαν χάδι του ήλιου μες στο καταχείμωνο. Όσο η τεχνική επιστρατευόταν, τόσο το ψεύδος έτριβε τα χέρια του. Εκεί, τότε, μες στην πραγματική φωλιά των ιερών μεταγλωττίσεων, με εκείνα τα χέρια-φτερούγες που σκέπαζαν τις φωνές-χρησμούς, που φούσκωναν και ξεφούσκωναν σαν μες στην αγκαλιά μάγου το αερόστατο ενός θυμικού εύπλαστου όπως το θυμικό του πληγωμένου, ευλογούσε την υπόσχεση προς τον «λαό του» πως θα παραμείνει άφοβος μπροστά στο άγνωστο· όπως και ο λαός του. Παράλληλα, δεν αμελούσε την ιερή υποχρέωση να κοιτά προς τα κει που ψυχανεμιζόταν πως ζυγιάζεται το βάρος μιας μάχιμης συλλογικότητας με ελληνικό πρόσωπο, όσο επικίνδυνο κι αν ήταν να αρθρωθούν τα χαρακτηριστικά εκείνης της ελληνικότητας. Γιατί αυτό το άρρητο ήταν που ένωνε τον «λαό του». Το ότι δεν μπόρεσε να αρθρωθεί δημόσια και πειστικά αυτή η συλλογικότητα μοιάζει να είναι ο λόγος της διολίσθησης στο σημερινό τίποτα των αισθημάτων, που ασφαλώς κι αυτός μοιράστηκε στη μοναξιά του. Και μιλώντας για τον «λαό», ακόμα αναρωτιέμαι τι γεύση να ‘χε άραγε μέσα στο στόμα του αυτή η σχεδόν κομματικής προέλευσης αβλεψία της γλώσσας. 

Μοιάζει πάντως βέβαιο πως το πένθος που πλάκωσε τις ψυχές αυτού του λαού απ’ την μέρα της αποχώρησής του θα αποδειχθεί βαθύτερο και διαρκέστερο από αυτό που θα περίμεναν όσοι εδώ και μια δεκαετία προετοίμαζαν τον επικήδειο ενός προσώπου που πλησίαζε τα εκατό. Η γενιά μας θα πενθήσει πολύ περισσότερο, γιατί μαζί μ’ αυτόν θα πενθήσει την ίδια της την κάποτε ικανότητα να βλέπει την ιστορία σαν γεγονός που οι ενέργειές της μπορούσαν έστω και λίγο να ακουμπήσουν. Η μετάλλαξη, μες στις οθόνες και μες στο αστικό τοπίο της αποξένωσης, έτριβε τα χέρια της ήδη απ’ την δεκαετία του ’80. Τώρα είχε εγκατασταθεί στις ζωές μας, πάνοπλη.
Και ένα παράδοξο, μια παράλληλη για τον «λαό του» σκέψη, που ίσως είναι ένα κλειδί: Την πλέον ανιδιοτελή, την πλέον άγια, θα ‘λεγες, στάση στα δύσκολα χρόνια έμοιαζε να την υιοθέτησαν οι «άθεοι», που δεν καταδέχτηκαν απ’ την κορυφή της περηφάνειας τους να ζητήσουν ένα αντίτιμο για ό,τι ένοιωθαν ανάγκη τους. Έτσι, πάνω στο πτώμα της ήττας έμεινε χώρος μόνο για τις ύαινες, που σε ένα ανοιγόκλεισμα του βλέφαρου μαζεύτηκαν, άλλοι σιδερώνοντας ξανά την κουκούλα του δωσίλογου, και άλλοι μιλώντας για τον νέο άνθρωπο, που είναι μάλλον το ίδιο πράγμα. Για τους υπόλοιπους, η ζωή έγινε μια διελκυστίνδα ανάμεσα στον θυμό και στη συγχώρηση. Την ακριβή στιγμή μιας τέτοιας διελκυστίνδας περιγράφει κάπου ο Θεοδωράκης, τότε που ο -εξαθλιωμένος πλέον- κάποτε βασανιστής ζητάει τη βοήθειά του. Η εικόνα επαναλαμβάνεται στις λιγοστές διηγήσεις που μου έκανε δώρο ο πατέρας μου απ’ τη δική του τη ζωή. Και οι δύο παραχώρησαν τη βοήθεια που τους ζητήθηκε. Σήμερα αυτό δεν μπορεί παρά να μοιάζει αυτονόητο. Στο σκηνικό της κάθε Μακρονήσου μπορούσες να αντέξεις τον βασανισμό μόνο αν κατάφερνες την ηλιόλουστη εκείνη θέση ψηλά πάνω απ’ τη σιδερένια μέγγενη, εκεί απ’ όπου ο βασανισμός έμοιαζε να συμβαίνει κάπου μακριά, σε άλλη χώρα. Το ίδιο είπε ο Χριστός επάνω στον σταυρό, όχι ασφαλώς προς τον Πατέρα Του αλλά προς τα δικά μας τα θνητά αυτιά: 
«Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς,…».
Από αυτό το ύψος κοίταξαν, οι άθεοι. Και ο πόνος έγινε συγχώρεση.

Μεγάλη ποίηση και λαϊκό ήθος

Κάνω εδώ ένα βήμα πίσω, για να σκεφτώ τη μόνιμη επωδό, ότι εκείνος είναι που έβαλε τα λόγια των μεγάλων ποιητών μέσα στο στόμα του λαού. Θα πω, γυρνώντας τη φόδρα του ισχυρισμού ανάποδα, πως ήταν η «μεγάλη ποίηση» που βαφτίστηκε στα νερά του λαϊκού Ιορδάνη, με νονό αυτόν τον νέο Ιωάννη Βαπτιστή, ανάμεσα σ’ άλλους εξέχοντες αναδόχους. Γιατί η μεγάλη ποίηση υπήρχε πάντα μες στις ταπεινές ζωές και πάντα ξέπλενε το στόμα του λαού απ’ τις ακαθαρσίες των καιρών. Υπήρχε μες στα ιερά κείμενα και στους ψαλμούς και μες στους Ερωτόκριτους της κάθε γωνιάς αυτής της πατρίδας και μες στο στόμα κάθε αφηρημένου ανθρώπου, που, όταν ξεχνιόταν, ένας πρόγονος τον καταλάμβανε, στρούφιζε μες τη γλώσσα του και μίλαγε μ’ αυτήν. Στην Κρήτη ακόμα βρίσκω μέσα απ’ το στόμα ενός «αγράμματου» -εκεί που ακόμα καταδέχεται να κατεβεί- να στάζει ο Κορνάρος φως απ’ το φως της λύρας του και να γεμίζει ο τόπος παράδεισο. Έτσι, χρειάστηκε μονάχα το μπουζούκι του Καρνέζη και το αλέτρι της φωνής του Μπιθικώτση, που ερήμην του [και πόσο μεγάλη σημασία είχε εκείνο το «ερήμην του»!] όργωνε τα εύφορα μέσα μας χωράφια, για να ανοίξουν οι καρδιές σε εκείνες τις μεταγραφές της διαρκώς παρούσας μέσα ποίησης, που υπήρξε η ποίηση των ποιητών. 

Δεν ήταν λοιπόν οι μεγάλοι ποιητές που φωταγώγησαν τη γιορτή, μα ήταν ο λαός που άνοιξε την πόρτα του σε εκείνους, χρίζοντάς τους άξιους να του μιλήσουν απ’ τον ίδιο τόπο που του είχε μιλήσει το δημοτικό τραγούδι. Δίχως να ξέρουνε, κρατούσανε κι αυτοί πεσκέσια απ’ τη μάνα. Και να γιατί ο Σεφέρης μπορεί και κάθεται ταυτόχρονα στις «θαλασσινές σπηλιές» του και μέσα στα σαλόνια του Αγγλικού Προξενείου, ίδιος κι απαράλλαχτος, και όμως άλλος. Οι μάσκες άλλαζαν, το όραμα ενός παράδεισου που είχε την όψη της πατρίδας -όσο άκομψα και να το πεις, πάντα κάτι θα λέει αυτό- έμενε ζωντανό μες στον καθένα μας. Αυτό ήταν το σημείο της συγχώρησης, η κορυφή των ενεργειών, η χαραμάδα του χρόνου απ’ όπου ξεδιπλώθηκε η μεγάλη όραση, ανέτειλε ένα φως και φώτισε την επικράτεια της ουτοπίας που ήταν πάντα η ζωή, ως μακριά, ως το σημείο του κοινού μας Γαλατά. 

Θα προσθέσω πως, την ώρα που η αστυφιλία διάβρωνε την καθαρότητα του βλέμματος των εσωτερικών μεταναστών, επισκιάστηκε, αν όχι αποσιωπήθηκε, αυτή η καίρια σκέψη, το ότι δηλαδή η μεγάλη ποίηση υπήρξε «μεταγραφή», ένα καινούργιο ένδυμα πάνω στο ίδιο το παλαιό σώμα της συγκίνησης. Αυτή η αποσιώπηση -συνειδητή ή όχι- υπήρξε λάθος τακτικής αν όχι έγκλημα. Απ’ αυτή την ασυνέχεια, απ’ το χάσμα που άφησε ετούτη η ελλιπής συνείδηση, πέρασαν οι ορδές των βαρβάρων κι εγκαταστάθηκαν. Σ’ αυτή την στιγμή της αναγκαστικής πλέον μάχης, λέω πως μια ομοβροντία αποθησαυρισμένων προσευχών που επί χρόνια κρύβονταν σαν πυρομαχικά μες στην ψυχή των τραγουδιών -και του Μίκη και όλων, ασφαλώς- θα είναι το κύριο όπλο μας. Μια ομοβροντία που θα έσπερνε σε εύφορους ουρανούς τα φυλαγμένα στο χώμα ίχνη της καταγωγής, τους ήλιους ενός αρχαίου γαλαξία, που περιμένει κάπου, στην πιο βαθιά νύχτα, να τον συλλαβίσουμε. Αυτό προσπάθησε ο κάθε Θεοδωράκης, είτε το είπε έτσι είτε αλλιώς.

Έξοδος

[Κανένα πρόσωπο δεν αποχωρεί εφόσον μένει εδώ ο σπόρος του, που γονιμοποιεί το ρήγμα και εκμαιεύει το πραγματικό μας πρόσωπο μέσα από το εφήμερο. Ό, τι θα ζήσει εκεί λογιάζεταιαθάνατο. Ο Θεοδωράκης, και όποιος άλλος φώτισε μια έστω βραχύσωμη μα ζωοποιό ουτοπία, θα είναι ένα χέρι δίπλα μας πολύτιμο, να απλωθείς να πάρεις φως τότε που όλα θα ‘χουν σκοτεινιάσει. Όσο για τον Θεοδωράκη που επέμενε να περπατά πάνω στη γη, καλοδεχούμενος κι αυτός, γιατί χωρίς αυτόν ούτε ο άλλος.] 

Καλοζωσμένες Μπάμπουσκες, πολύχρωμες, μοιάζουν οι άνθρωποί μας, μ’ όλα τους τα παιδιά μέσα στο σώμα τους. Μια νύχτα θα ακούσουμε τα λόγια τους να μας καλούν πάνω απ’ το ράφι. Τότε θα ζητηθεί, σαν από πάντα έτοιμοι, να απαντήσουμε: εμείς, ποιο απ’ τα ορφανά τους θα υιοθετήσουμε;

Γιώργος Μουλουδάκης, 16 Σεπτεμβρίου 2021

Συνέχεια

Το ζεϊμπέκικο του πατέρα του

Ήταν ο καιρός κατάλληλος για ρεμβασμούς, ήταν ο καιρός ιδανικός για τα ουράνια εφαλτήρια. Πρωινό Αυγούστου, Κυριακή, κι ο ήλιος ήδη πύρωνε στην παραλία της Αμμουδάρας, στα βόρεια του νησιού, στα περίχωρα του Μεγάλου Κάστρου, εκεί όπου, απ’ τον καιρό της ενηλικίωσης, θεωρούσε υποχρέωσή του να περνά τις λίγες καλοκαιρινές ημέρες που του αναλογούσαν.
Το αγαπημένο του ήτανε να παρακολουθεί τις μικρές ζωές των άλλων γύρω, κάτω απ’ το μεγάλο βλέμμα του Γιούχτα, του βουνού σαν ξαπλωμένος Θεός στα νότια τη πόλης. Ήταν μικρές οι ζωές που έβλεπε, μικρές σαν τη δική του, μα ήταν και άναρχες, και ατελεύτητες, διανοίγουσες ένα πλάτος στο πέρασμά τους που διαπερνούσε τους αιώνες που πέρασαν, τους αιώνες που δεν είχαν ακόμα έρθει.

Συνέχεια

Γιώργος Μουλουδάκης/Ένα Ρεσιτάλ (video)

[Μια επιλογή έργων για κιθάρα των Μ. Χατζιδάκι, Ν. Κυπουργού και Ν. Μαμαγκάκη, αφιερωμένα στον Γ.Μ., πλαισιωμένα από 4 δικά του έργα. Ο σύνδεσμος της ΕΛΣ με το κινηματογραφημένο ρεσιτάλ βρισκεται στο τέλος του πρώτου κειμένου.]

Όλα ξεκίνησαν σαν παιχνίδι. Πώς θα ήταν, εν καιρώ απόλυτου εγκλεισμού, να παίξεις μπροστά σε κάμερες, στο προφυλαγμένο εδώ και τώρα μιας στιγμής που θα ολοκληρωθεί κάποτε μπροστά σε οθόνες υπολογιστών, μέσα σε σπίτια άγνωστα, μέσα σε χρόνο απροσδιόριστο;
Και πώς θα ήταν να ξαναπιάσεις στα χέρια σου δώρα φίλων από άλλη εποχή, να δεις πώς αυτά ηχούν στο ηχείο της ωριμότητας, στην αγκαλιά αυτού του οργάνου που δεν είναι πια μονάχα μια κιθάρα;
Η Λυρική Σκηνή ήταν ο κατάλληλος χώρος για να βγουν τα παιδιά στις πλατείες να παίξουν. Και όντως έπαιξαν τελικά.

Συνέχεια

Έρικσεν, Τσιτσιπάς, κ.Δημήτρης/Ανταποκρίσεις από τα μετόπισθεν

Η ομάδα της Φιλανδίας, μπροστά στον θάνατο του αντιπάλου.

-Στις 24 Μαΐου του 1999 ξεκινούσαν οι νατοϊκοί βομβαρδισμοί στη Σερβία.
-22 χρόνια μετά, την 11η Ιουνίου του 2021, ο Στέφανος Τσιτσιπάς κέρδιζε τον αντίπαλό του Αλεξάντερ Σβέρεφ και προκρινόταν στον τελικό του Roland Garros.
-Την ίδια μέρα αποκαλύπτονταν πως το σώμα που πριν από δυο μήνες άγνωστος είχε παρασύρει και εγκαταλείψει στο οδόστρωμα της παραλιακής, στο Δέλτα Φαλήρου, ανήκε στον Δημήτρη Καλογιάννη, διεμφυλικό, γνωστό στα ΜΜΕ απ’ την εποχή της εισροής απελπισμένων στον μητρικό του τόπο, τη Σκάλα Συκαμιάς Λέσβου.
-Την 12η Ιουνίου, στο 41ο λεπτό της ποδοσφαιρικής αναμέτρησης Δανία-Φιλανδία, στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού πρωταθλήματος ποδοσφαίρου, ο Κρίστιαν Έρικσεν κατέρρεε στο μέσον του γηπέδου, κάτω απ’ τα βλέμματα εκατομμυρίων τηλεθεατών.
-Την 13η Ιουνίου, ο Σέρβος Νόβακ Τζόκοβιτς κέρδιζε τον Στέφανο Τσιτσιπά στον τελικό του Rolland Garros.
-Την 17η Ιουνίου, ο “σύζυγος της 20χρονης Καρολάιν» ομολογούσε την, μπροστά στη λίγων μηνών κόρη τους, δολοφονία της γυναίκας του.

Αόρατο νήμα συνδέει τα παραπάνω, όπως οι σκηνοθετημένες απ’ τη μοίρα λεπτομέρειες μιας ιστορίας που έχει κάτι πιο βαθύ να πει, εφόσον της το επιτρέψουμε.

Συνέχεια

Η Λόττε Λένυα στο #MeToo

Saul Bolasni: Η Lotte Lenya ως Τζένη.

Σε ένα βιαιοκρατούμενο σύμπαν, η μόνη πιθανότητα να επιβιώσεις είναι να συνεταιριστείς με τους βίαιους και να ασκήσεις με τη σειρά σου τη βία που σου αναλογεί απέναντι στους ανήμπορους αυτού του κόσμου ή στους αποφασισμένους να απέχουν απ’ το παιχνίδι. Χτίζεται έτσι μια πυραμίδα μετακυλιόμενης βίας, που, στο διηνεκές, επιτρέπει στα μεγάλα ψάρια να καταπίνουν τα κάπως μικρότερα. Η νομιμοποιημένη βία του αρσενικού, καθώς κι η βία της εξουσίας -όπως εσχάτως τη γνωρίσαμε μέσα απ’ τις διαχεόμενες ακαθαρσίες της καλλιτεχνικής κιβωτού, η οποία, αφού εξόκειλε στην κορυφή του όρους Αραράτ κι αφού επέστρεψε το περιστέρι με το λιόκλαδο, φανερώθηκε πως ταξίδευε με ένα αποχετευτικό σύστημα προ πολλού αχρηστευμένο- ήρθε, αυτή λοιπόν, η βία, να μας εθίσει στην κόλαση που, χιλιοστό το χιλιοστό, δευτερόλεπτο το δευτερόλεπτο, κατακυρίευσε κατά τη διάρκεια του πολλαπλού εγκλεισμού τους εύφορους ψυχικούς τόπους των πατρογονικών. Κι αυτό, ενόσω εμείς κοιμόμασταν στα αμπάρια. Κι αυτό, για να κάνουν ανεμπόδιστα τη δουλειά τους κάποιοι που κανονικά, σε μια δίκαιη κοινωνία, θα έσπαζαν πέτρες στο πιο βαθύ λαγούμι· κι αυτό, χαριστικά.

Συνέχεια

Λεηλασίες και ισοζύγια / Η έξοδος

Θεόφιλος Χατζημιχαήλ: «Ο ήρως Αθανάσιος Διάκος συλλαμβάνεται υπό των Τούρκων το 1821» 155Χ126 εκ., 1912

Δεν έχουν τέλος οι λεηλασίες. Λερναία Ύδρα, με χίλια κεφάλια που σε κοιτούν απ’ όλα τα σημεία του ορίζοντα. Όπου και να γυρίσεις μια ασχήμια σε βαραίνει. Και λες φορές-φορές ανώφελο να ακουμπήσεις δυο ομορφιές στο ζύγι, να αντισταθμίσουν ό,τι συσσωρεύτηκε την ώρα που οι φρουροί κοιμόντουσαν. Μα εσύ θα επιμένεις. Ένα δράμι εδώ, μια οκά εκεί, πάντα παλιομοδίτικα τα σταθμά, κατά πώς έλεγα στο δεύτερο και στο τρίτο μέρος αυτού εδώ του κειμένου.(*) Γιατί τα νέα μέτρα, όσο να πεις, ξεπέσανε, οσμή θανάτου τα πλακώνει, και σαν το κακό το τσομπανόσκυλο τα μουσουνίζει να χωθούν στις μέρες σου, μαυροντυμένες χήρες συνταγματαρχών που αλλαξοπίστησαν -το αρνητικό χαμομηλιού που στην άκρη της ασφάλτου επιμένει- και καταντάνε πιο παλιά κι από τα παλαιότερα. Ο Παλαιός των Ημερών να μας φυλά, μια βουτιά στης Στύγας τα νερά, εκεί που βούταγε η Θέτις τον κανακάρη της, θα ήτανε μια κάποια λύση, όχι όμως με αδεξιότητες -τι πάει να πει αθάνατος παρά κάτι;- εμείς τη θέλουμε την αθανασία χωρίς ελάττωμα, μια πανοπλία αδιαπέραστη, ένα φυλαχτό για την κακοτυχία που πεινασμένη γλείφει τη σάρκα μας.

Το ‘λεγε κι ο Ελύτης, κι όχι δίχως λόγο, εκείνο το “Όπου και να σας βρίσκει το Κακό, αδελφοί, όπου και να θολώνει ο νους σας, μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη!”, κι έλεγε κάτι παραπάνω από τούτο ασφαλώς, δεν μάζευε τα ονόματα στην τύχη, κάτι συλλάβιζε για την ψυχή μας που του το σπάθισε μες στα σκοτάδια ο άλλος Υποβολέας, ένας γέρος Άγγελος, μυστακοφόρος, ντυμένος τα παλαιικά του, που σαν μαζεύονται οι βάρβαροι στέκει φρουρός στο έμπα του περιβολιού.

Μα ο καθένας φτιάχνει τα φυλαχτά του με τα χέρια του.

Για κάποιον είναι η φωνή της μάνας του: “-Να έχεις την ευκή μου υγιέ μου!”, και “-η Παναγία κι ο Χριστός να σε φυλάνε!”.

Για κάποιον είναι η ώρα εκείνη η παράξενη που η γη ξεφανερώνει το ξαναμμένο πρόσωπό της, τότε που ο ήλιος γέρνει πίσω από την άχνη των βουνών και μια παράξενη ησυχία αγκαλιάζει τα γρανάζια της που τραγουδούν, έτσι καθώς την στρίβουν να την ακουμπήσουν ήσυχη στην κούνια της. Εκείνη η ώρα και μετά η άλλη, σαν τύχει και βρεθείς ψηλά πάνω απ’ της πόλης το αχνιστό ταψί λίγο πριν φέξει, κι ακούς τους ήχους από το μηχανοστάσιο, τις συνοικίες που ξυπνούν στα στρώματα, να τρίζουν οι αρθρώσεις και οι σπόνδυλοι να μουρμουρίζουν, κι είναι αλήθεια η πόλη σου που αργοπορεί μες στα σεντόνια, που χαίρεται μες στη ζεστή λεκάνη των βουνών, κι είναι οι φιλότιμοι εργάτες της που ακουμπούν το πρώτο κάρβουνο στη μηχανή, και τα σκυμμένα πρόσωπα πάνω απ’ τους νιπτήρες, τα ξυραφάκια με το γλίστρημα στα τρυφερά της ματαιότητας, όλα εκείνα τα μικρά πολύτιμα κι αχρείαστα που ομορφαίνουνε τον κόσμο μας, κι είναι αυτά τα ίδια που τον κάνουνε κι αιώνιο.

Για κάποιον είναι του έρωτα το ριγηλό καλοκαιράκι, η καυτερή του γλύκα, η χαρμόσυνή του λύπη, που μας κυριεύει κάθε που σκεφτόμαστε όποιον ορίζει τον λογισμό μας. Κι αυτή τη λύπη την είπανε άρμα να φύγεις, κι εστία να ζεστάνεις τα ακροδάχτυλά σου όταν ξεγλιστράνε από τους χειμώνες, και τροχιοδεικτικό που δείχνει με τα φωτεινά σινιάλα του τους στόχους που ξαστόχησες, γιορτή της Κυριακής που τραγουδάει μέσα σ’ όλες σου τις μέρες.

Για κάποιον είναι η ευλογία της Μουσικής, τότε που οι ήχοι γίνονται αγγελιαφόροι δίχως ονοματεπώνυμο, ήχοι-θρήνοι του θυμικού που αναπνέουν τον χρησμό κατάσαρκα στα φυλλαράκια της πίσω ύπαρξης, ευωχία ασπατάλητη, ρωγμή παρήγορη, ένα σκίσιμο-Αποκάλυψη ιδιωτική στο φόρεμα του χρόνου, που ξάφνου διαρρηγνύεται κι αποκαλύπτονται τα τρυφερά οπίσθια, ο θησαυρός εκείνων που αρνήθηκες, και είναι μέσα από κείνη την οπή που πάντα ήταν απαγορευμένο να κοιτάξεις, μα να που τώρα σου προσφέρεται, άχρονη κλειδαρότρυπα να δείχνει πάλι τους γονείς σου μες στο υπνοδωμάτιο αγκαλιασμένους.

Γι’ αυτά -και για άλλα- η Μουσική δεν κατοικεί σε Προστατευόμενες Ονομασίες Προέλευσης και σ’ άλλα παρόμοια άνθη της ανοησίας. Γι’ αυτά και για άλλα οι δισκογραφικές πάντα θα είναι ένα ψέμα καρφωμένο με το χοντρό καρφί πάνω στο καύκαλο των εμπόρων, μέθη δίχως μέθεξη, φωτογραφία παρελθόντος χρόνου, ασφαλώς, αλλά φωτογραφία, γιορτή δίχως τραγούδι, κυκλωτικός χορός χωρίς μυρωδιά ιδρώτα, μάζωξη αδερφών δίχως λαχτάρα εκκλησιάσματος, προσευχή δίχως συντριβή, έρωτας δίχως πρόσωπο να τον καθρεφτίσει. Όχι, δεν είναι αυτό η Μουσική, μα μην το λέτε, γιατί έχουν σάρκα τα παιδιά της, πρέπει κάπως κι αυτά να ζήσουνε, κι είναι άνθρωποι φτωχοί έτσι που τους ξέρω κι έτσι που τους αγαπώ, γιατί φιλοδοξία μες στην πόλη πάντα ήτανε το να ‘σαι πλούσια φτωχός, ετούτο δεν δωρίζεται εύκολα στον καθέναν, θέλει να θέλεις ακόμα κι όταν δεν το ξέρεις, κι ο Σάμιουελ Μπέκετ (πώς μου ήρθε τώρα, καλή του ώρα, κάτι σαν Άλμπατρος άλλου καιρού μες στη στροφή του συνειρμού, που μια μέρα σαν σήμερα, 13 του Απρίλη, γεννιόταν κάπου στα κρύα του Δουβλίνου), ο Μπέκετ, που το ήξερε, έλεγε μέγιστη φιλοδοξία να πεθαίνεις φτωχός, φτωχότατος, όσο μπορείς. Δεν ξέρω τώρα να σας πω αν όντως το έλεγε, δεν ήμουνα εκεί, και ούτε ξέρω να σας πω τι σκέφτεται τώρα για κείνο. Μα όπως έρχονται οι απώλειες έρχονται και τα οφέλη. Και αν δε τα κατάφερε, ο δρόμος σίγουρα τον έκανε εξαίσια πλούσιο, υπέροχα περήφανο για το πετράδι του ελάχιστου στην τσέπη του, άρχοντα πρωτοχορευτή, με τη λευκή περπατησιά στην ενδοχώρα της ηλιόλουστης πατρίδας, που είναι μία κι απαράλλαχτη για όλους.

Για κάποιον είν’ τα φυλαχτά που φτιάξαν γλύπτες και ζωγράφοι, καρβέλια αχνιστό ψωμί πάνω από πεινασμένα στόματα, χρόνος συμπυκνωμένος άχρονος μέσα στον πιο συρρικνωμένο χώρο, σαν σπίτια πλούσια που συναντάς στο δρόμο σου μα που αν δεν έχεις το κλειδί να μπεις μπορεί και να πεθάνεις απ’ την πείνα στο κατώφλι τους, την ώρα που οι κουζίνες τους πλαντάζουν απ’ τις μυρωδιές, και τα κρεβάτια τους χαϊδεύουν μετάξινα σεντόνια και ζεσταίνουν χρωματιστές μπατανίες, να χαίρονται στον ύπνο τους οι κουρασμένοι. Όμως χωρίς κλειδί είναι ψυχές φευγάτες, δώρα σπαταλημένα άδικα της υποχρέωσης, εδέσματα με συντηρητικά με δίχως γεύση, που τα μασά το στόμα μα η ψυχή δεν τα καταδέχεται, άκοπες οι σελίδες των βιβλίων τους, ψεύτικη η φλόγα από νέον στο τζάκι, χάρτινη η φάτνη κάθε προσδοκίας, σπίτια αδειανά από αγκαλιά να γείρεις για να παρηγορηθείς.

Για κάποιον είναι το κορίτσι που περπάτησε αφηρημένο στο απέναντι πεζοδρόμιο, αυτή που έσπρωξε μια πέτρα στα λευκά πλακάκια, και μέσα στη βαθιά προσήλωση ξέχασε να κλείσει το καπάκι της στιγμής, κι αυτή ξεχείλισε, κι αχνίζει τώρα ο κόσμος όλος καλοσύνη. Κι αυτό το ίδιο το κορίτσι τίποτα δεν ξέρει απ’ αυτά, τίποτα δεν μπορεί να δει, γιατί δεν είναι μπορετό και το ‘να και το άλλο, εξόν κι έχεις αγιάσει, δύσκολο πολύ.

Για κάποιον είναι η εικόνα εκείνης της χορεύτριας που μόλις άγγιξε με τα ακροδάχτυλα την αύρα του Αόρατου ψηλά πάνω απ’ τα καστανά μαλλιά, και που αν συνδέσεις μ’ έναν μαρκαδόρο τις κουκκίδες των κινήσεων, θα ‘χεις μπροστά σου αδιάψευστη την από πάντα μία μορφή Εκείνου, που ‘ναι μαζί αρσενικό και ουδέτερο και που περιφέρεται στις πράσινες πλαγιές των ημερών, Ανέστιος κι Ανέστιο, κι είναι Αυτός κι Αυτό που ξέπεσε απ’ το τρενάκι των ακαταλήπτων και τώρα κατοικεί ανάμεσα στους κόσμους, στην κορυφή δίχως συντεταγμένες, δίχως διεύθυνση να στείλεις ένα τηλεγράφημα ευχαριστήριο ή ένα μήνυμα συλλυπητηρίων, κι είναι Αυτός κι Αυτό πού κάθε τόσο στέργει να συλλαβίσει μια κουβέντα απ’ το άγνωστό μας μέλλον, κουβέντα που την ξέραμε ασφαλώς μα που κάποιος θα ‘πρεπε να μας τη θυμίσει, την ξέραμε, γιατί παρελθόν και μέλλον σ’ αυτά τα χωρίς συντεταγμένες μέρη είναι ένα πράγμα. Κι είναι -μπορεί- κι αυτός ο ξεχασμένος στο ανάμεσα των ημερών μας κόσμος, αυτός που μέσα του σαν σε πέλαγος ελπίδας αφήνουμε κρυφά πολύχρωμες μποτίλιες, με προσευχές σαν φωταγωγημένες προσδοκίες, όλα τα “θέλω” και τα “άλλο δεν αντέχω”, κι όλα τα “να είμαι” και τα “να κάνω”, κι αν έχουν φέτος πάρει άριστα οι προσευχές μας στην ορθοφωνία τους μπορεί να τις ακούσει Αυτός κι Αυτό, κι αν τύχει τότε από σύμπτωση ή από πρόνοια να είμαστε από ένα του παράδεισου κλαδάκι αρπαγμένοι, έτσι καθώς περνούσαμε, δίχως να ξέρουμε, Εκείνος κι Εκείνο θα θυμηθεί που ήμασταν αδέρφια κάποτε, και που στο μέλλον πάλι θα ‘μαστε αδέρφια, και θα απλώσει την παλάμη του, θα ρίξει απ’ την τσέπη του στο δρόμο ένα ψίχουλο ωραίου κόσμου, που θα ‘χει γεύση και μες στο δικό μας άπραγο στόμα, και που θα φτάνει ν’ αναθρέψει εκατό γενιές πλουσιοπάροχα.

Παρήγορο είναι που αυτός εδώ ο κατάλογος με προσευχές, η λίστα με τα πιθανά και τα απίθανα, προεκτείνεται στο διηνεκές, άναρχος, ατελεύτητος, ως ο Θεός και η ευθεία, για να ‘χουμε στη μια στιγμή, τη διαλεγμένη μες στο άπειρο του χρόνου, μιαν ασπίδα, ένα σπαθί, ένα λουλούδι έστω απ’ το οπλοστάσιο, να εγερθούμε, να γλιστρήσουμε χαρούμενοι στη μάχη και να κατατροπώσουμε, καθώς πού πρέπει, την ασχήμια, ξαδέρφη κάθε σκοταδιού, που περιμένει στη γωνιά να πιτσιλίσει την ψυχή μας με ακαθαρσίες. Και κάποτε είναι τόση η ασχήμια αυτή που δεν μπαίνει καν τον κόπο να κρυφτεί, μα προελαύνει στην πεδιάδα με αργό βήμα, βήμα σίγουρο, στρατιώτης άλλης εποχής, από κείνους που ξυπνούν ανέκφραστοι στα όνειρα των παιδιών και στους εφιάλτες των ενηλίκων. Όμως εμείς θα είμαστε σε άλλο όνειρο ταμπουρωμένοι.

Και κάποιοι είπαν πως αυτές οι πανοπλίες είναι άμαξες κάπου για να σε πάνε, έτσι που μες στον ύπνο των μοναχών βηματίζει η αδιάλειπτη προσευχή, που όχι μοναχά σε κάνει άτρωτο, μα εξαφανίζει τον εχθρό από τον κόσμο αυτόν, που ‘ναι το ίδιο πράγμα. Κι αφού η πίστη μας δεν είναι πια αυτή που ήτανε, ας μαστορέψει ο καθένας τη δική του προσευχή, κι ας την κρατήσει για τότε που στο βάθος του ορίζοντα θα μεγαλώνει πάλι η κουκκίδα της ασχήμιας -να, όπως τώρα- και θα λείπει ο Άη Διονύσης κι ο Άη Αλέξανδρος να μας γλιτώσουν.

Και κάποιος είπε πως είναι αμαρτία να ξεφανερώνεις τις προσευχές, γιατί αν τύχει και πέσουν σε λάθος χέρια, χωρίς πίστη κι ήσυχο λογισμό, θα πλημμυρίσουν με νερά οι μπαρουταποθήκες, θα μουσκευτούν τα κοκόρια, και την ώρα της ανάγκης τα ντουφέκια θα ουρλιάζουν άσφαιρα έπη, και τα σπαθιά θα σκίζουν μοναχά τη ράχη του ανέμου.

Μα -ας την πάρει το ποτάμι της καλοσύνης- θα σας αφήσω εδώ μια προσευχή δόκιμου μοναχού, που δεν εκλιπαρεί Θεό για να δουλέψει, παρά μονάχα τον Συγγενή που ξεχάσαμε στο δρόμο όταν επιστρέφαμε τυφλοί από την Αναγέννηση των άλλων, και από τότε περιμένουμε να φανεί, περιμένουμε κι Αυτός ποτέ δεν έρχεται.

Κι έλεγε η προσευχή τα ρήματά της. Κι επέστρεφε η ηχώ μέσα απ’ τη χαράδρα της αγάπης:

Δώσ’ μου μιαν Άνοιξη να Περπατήσω!

Και η φωνή της αδερφής μου απαντούσε:

Δώσ’ μου μια Κόλαση να σε Φωτίσω!

Γιατί, αν κάτι ξέχασα είναι που η δική μας Νίκη είναι δίδυμη της Ήττας αδερφή, ομοζυγωτική.

Κι άλλωστε, αδερφοί, σήμερα, που όλοι κατά κράτος επικρατούν, εμείς τη Νίκη μας, που έχει ακόμα κόκκινες τις παρειές και μια καρδιά από φωλιές γλάρων, δεν θα ‘πρεπε κάπως αλλιώς να τη βαφτίσουμε;

Γιώργος Μουλουδάκης, 13 Απριλίου 2021

(*) Το δεύτερο και το τρίτο μέρος αυτού εδώ του κειμένου:

https://yorgosmouloudakis.wordpress.com/2021/03/29/λεηλασίες-και-ισοζύγια-δεύτερο-μέρος/
και
https://yorgosmouloudakis.wordpress.com/2021/04/09/λεηλασίες-και-ισοζύγια-τρίτο-μέρος/

Το πρώτο και το τέταρτο μέρος αυτού του κειμένου, κυκλοφορούν επίσης στο περιοδικό «Χάρτης», στα τεύχη Μαρτίου και Μαΐου 2021, αντίστοιχα.

Συνέχεια

Λεηλασίες και ισοζύγια (τρίτο μέρος)

Σχολιαστές

Πάει καιρός πια, μα έτσι το ‘χει συνήθειο ο χρόνος, να ξαναφέρνει μπρος στα μάτια μας εκείνα που ποτέ δεν θα’ ναι ανεπίκαιρα: Διάβαζα, πριν λίγες εβδομάδες σχόλιο επιφανούς του δημοσιογραφικού και του συγγραφικού χώρου προσώπου, του οποίου η ταυτότητα ουδεμία σημασία για μας εδώ έχει. Το σχόλιο, τοποθετημένο στην σκιά των επίμονων αντιδράσεων ενάντια στο κρεσέντο αστυνομικής βίας εκείνων των αξέχαστων ημερών, φώτιζε την αποκοτιά ουκ ολίγων διαδηλωτών που δεν αμέλησαν το -όντως- καθήκον τους να κατέβουν στις πλατείες και να διεκδικήσουν το αδιανόητο: τα δίκαια κατ’ αυτούς αιτήματα του πλέον γνωστού πολυισοβίτη της “17 Νοέμβρη”, ο οποίος ξύπνησε ολοζώντανος στο μέσον της αρένας του συλλογικού ασυνειδήτου, διεκδικώντας έναν μικρό ακονισμένο σουγιά, να αμυνθεί απέναντι στα λιοντάρια που του ρίξαμε να τον κατασπαράξουν. Ο ίδιος μάχονταν ήδη, χωρίς σουγιά ασφαλώς ετούτη τη φορά, με το μόνο όπλο που του απέμενε, την απεργία πείνας. Κυρίως όμως, οι διαδηλωτές κατέβηκαν στην πλατεία μαχόμενοι συμβολικά ενάντια σε κάθε αδικία, οσμιζόμενοι την ήδη προχωρημένη σήψη του τέρατος που καμουφλαρισμένο κι απειλητικό περπατούσε πίσω απ’ το άδικο των ξένων. Οι νοικοκυραίοι, τώρα, όχι μόνο δεν ξεκούνησαν το βολεμένο πάνω στον καναπέ ποδάρι τους, μα δυσανασχέτησαν που οι ξεφτιλισμένοι των οδομαχιών παρενοχλούσαν, δίχως ντροπή καμιά, τον τηλεοπτικό τους προγραμματισμό, διατάρασσαν το εορταστικό των ημερών κλίμα, κλήμα που αποδείχτηκε στραβό όσο κι ο γάιδαρος που το μασούλησε.

Συνέχεια