«ΣΑΝ ΞΑΦΝΟΥ ΜΕΤΑΜΕΛΗΘΕΝΤΕΣ»

 

thumb_fsdprel__710x500_paint_15792

Νίκος Εγγονόπουλος, “Εμφύλιος πόλεμος”, 1948 (λάδι σε καμβά, 52,5Χ41,5)

Είδα στον ύπνο μου πως ξύπνησα, κι ο κόσμος ήταν ένας άλλος. Ήτανε, λέει, έξω Άνοιξη, Άνοιξη του θεού, έτσι καθώς την ξέραμε, με το άλφα της το ωραίο να δροσίζει την ανάσα σου και πάνω στο ξινό του ξι να σε φυσά η φτερούγα του κρυμμένου στα κλαδιά πουλιού, να σε παρηγορήσει. Και οι πλατείες ήτανε γεμάτες από ανθρώπους που αγκαλιάζονταν και που φιλιόντουσαν στα στόματα, και τραγουδάγανε τραγούδια ο ένας μες στο αυτί του άλλου, κάθιδροι απ’ την αγωνία της αγάπης, άνθρωποι δίχως μάσκες, σε αλάνες δίχως χωροφύλακες για να μετρούν τις αποστάσεις. Κι είδα κι αυτούς, τους χωροφύλακες, σαν ξάφνου –κατά πώς είπε το ποίημα– «μεταμεληθέντες», να βλέπουν μέσα «στο γαλάζιο του ουρανού γοητευτικές αράδες σύννεφα» και να κραυγάζουν εν χορώ: «Ιδού τα σύννεφα του Εγγονόπουλου!» […γεια σου Σωτήρη.] [1]

Είδα στα σούπερ μάρκετ τα πατώματα δίχως τα Χ, και είδα τους παλιούς γνωστούς να απλώνουν χειραψίες για το καλωσόρισες. Και ύστερα τους είδα με υγρά από την έξαψη δάχτυλα να ζουλάνε τις χαρακιές κάτω απ’ τα χείλια, έτσι καθώς το ξέραμε κι έτσι καθώς το συνηθίζαμε, να πούνε το ανείπωτο, εκείνο που η λέξη μοναχή δεν έχει μπράτσα να σηκώσει, μα ίσως για να κρύψουν προς στιγμήν την φτώχια του προσώπου τους, να πούνε μια συγγνώμη για το λίγο που καταλαβαίνει η καρδιά τους από ξένο πόνο.

Κι είδα μετά στον ύπνο μου ολάκερη την κομπανία του Ζαμπέτα μ’ ένα «Άλα!» της να με καλεί στην πίστα, «Άλα!» που γλύκαινε το λαρύγγι μου σαν παλιό κρασί, κι ύστερα είδα και κείνον με τη γλώσσα έξω να σαλιώνει τον αντίχειρα, να συνεχίσει τα ιερουργήματα μέσα στ’ ασπρόμαυρο του Φιλοποίμενος κουτί. Κι είδα και τους θαμώνες που πιανόντουσαν στα χέρια, και φτύνανε ο ένας του αλλουνού το πρόσωπο, κι αμέσως ύστερα τους είδα να φιλιώνουνε, αγκαλιασμένοι να απομακρύνονται, τρεκλίζοντας απ’ το κρασί κι απ’ την αγάπη.

Κι ύστερα άνοιξα την τηλεόραση, και είδα, λέει, –άκουσον!– έναν πολιτικό που ζήταγε συγγνώμη απ’ τον Ξαρχάκο που τον κακολόγησε, γιατί σε μία έκλαμψη του σύμπαντος –έτσι καθώς εγίνη με τον χωροφύλακα του Εγγονόπουλου– κατάλαβε ο πολιτικάντης το αδιάψευστο της ρήσης του συνθέτου, πως δηλαδή ο ιδρώτας των μαστόρων –η τέχνη, να το πούμε αλλιώς– θα είναι εδώ στο κάθε «πάντοτε» του χρόνου μας, ένοικος της καρδιάς μας, να παρηγορεί, τότε που ο όχλος των πολιτικών θα έχει αμετάκλητα από την κάθε υποσημείωση της ιστορίας εξαλειφθεί. [2]

Και ναι, ο μεταμεληθείς πολιτικός εκλιπαρούσε του Ξαρχάκου τη συγγνώμη –γεια σου άρχοντα!– κι ύστερα λέει και του Δεληβοριά εκλιπαρούσε τη συχώρεση, όχι πως του ᾽χαν κάτι ξάφνου μέσα του κινήσει τα τραγούδια του, και άλλα συναφή στη φούχτα του γέρο Λαδά μετρήσιμα, αλλά γιατί, σαν μόλις μέσα απ’ την αγκαλιά αιφνίδιας αποκάλυψης εγερθείς, θα είχε καταλάβει πως αυτός – ο Φοίβος, ο αεί έφηβος, ο πανπνευμόνως πνέων πίσω απ’ του Δελή-Βοριά το φουσκωμένο ιστίο, να τον πάει όπου…– έπρεπε –όπερ και εγένετο– να ομιλήσει «θεσμικώς», κατά πως λεν στα ηλεκτρικά παράθυρα, εκπρόσωπος του σωματείου ων που τονε ψήφισε –μα τι να κάνει και αυτός ο άνθρωπος;– και ότι η κουβέντα: «είμαι απελπισμένος…», κλπ, [3] δεν έλεγε μιζέρια ουδεμία, ούτε για κείνον κι ούτε για κανέναν άλλωστε, έλεγε όμως μιαν ομοβροντία απαξίωσης απ’ τους χιλιάδες που ήταν σήμερα σε μιαν υπέρτατη ανάγκη, κι έπρεπε να ταράξουνε τον ύπνο των αρχόντων –δυο φορές τρομάρα τους!– παίρνοντας φόρα μέσα απ’ το δικό του στόμα.

[ Μα έχουν οι πολιτικοί αυτιά για τον αχό της φουσκωμένης θάλασσας και για τα τέρατα που θα φέρει; Ίδωμεν. Τα λέω αυτά απ’ τη σκοπιά της 13ης Μαΐου του 2020. Και το πλοίο θα πλέει ακαταπαύστως, φέρνοντας όλο και πιο νέα τοπία στην οθόνη μας. ]

Κι ύστερα λέει ο Φοίβος, και ο Σταύρος, κι άλλοι πολλοί –ζώντες και τεθνεώτες, που άκουσαν της στιγμής το κάλεσμα και εγέρθησαν αυτοστιγμεί απ’ τον ωραίο τάφο τους– έψελναν τώρα εν χορώ το «ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρῶποις Εὐδοκία!». (Κι ο Δαμιανός –όχι ο θείος μου, αλλά ο άλλος, ο Αλέξης– εγέλαγε ακαταπαύστως και αυτός κάτω απ’ τα μουστάκια του!)

Κι ύστερα λέει γλίστρησα απ’ τον ύπνο μου μες στην πλατεία Συντάγματος, κι αντί να βλέπω επιγραφές πολύγλωσσες (σαν να ‘μασταν στην πιο σκληρή την ώρα της απελευθέρωσης, λίγο πριν ξεκινήσει το αποτρόπαιο του μυδραλίου των Εγγλέζων κροτάλισμα πάνω απ’ την οροφή της μέγιστης «Μεγάλης Βρετανίας», και λίγο πριν το δάχτυλο του κάθε άπιστου μπαρμπα-Θωμά αγγίξει τη ματωμένη άσφαλτο και νιώσει την παγερή λάμα της προδοσίας να διαπερνά τη σπονδυλική του στήλη), αντί να βλέπω επιγραφές που θα τις δικαιολογούσε μιας τέτοιας ώρας των εθνών ο ωραίος εναγκαλισμός, έβλεπα επιγραφές με το: «Support art workers», σύνθημα ακατανόητο που μέσα από την αγοραία γλώσσα του –πώς να την πεις αλλιώς;– κάλυπτε με μανδύα δυστυχίας όλων μας τα πρόσωπα –πρόσωπα γεννημένα να φωτίζονται και να γλυκαίνουν απ’ το φωτοστέφανο της μίας Δεσποσύνης που καθημερινά της πλένουμε τα πόδια– και μεταμόρφωνε όλους –εκείνο το ακατανόητο «Support»– σε ζήτουλες αισχρούς των κατ’ επάγγελμα πολιτικών, αυτών που σ’ έναν τόπο άλλον –τόπο μ’ ολάκερη την οδοντοστοιχία του κι όχι με τις ακρυλικές μασέλες των προλεκτικών διαφημιστών– θα ήσαν υπηρέτες μας, έτσι καθώς ταιριάζει και καθώς ορίζει ο ορθός νους, μα άντε βρες γωνιά να ξαποστάσει τέτοιο αυτονόητο – ούτε στα όνειρά σου να το ονειρευτείς δε επιτρέπεται!

Και ξάφνου λέει γενήκανε εκείνες οι επιγραφές συνθήματα υπέροχα, ωσάν πυροτεχνήματα που φωταγώγησαν σε ένα ανοιγόκλεισμα του βλέφαρου όλο το πλάτος του Αττικού ουρανού, πάνω και πέρα απ’ τα ιερά βουνά που σμίγουνε τα δάχτυλά τους μες στις τρυφερές πλεξούδες της πόλης, συνθήματα όπως: «Βγάλτε τα σκατά από τα μάτια σας να δείτε!», και: «Η τέχνη είναι ο μόνος λόγος που υπάρχετε, ανόητοι!», και: «Δίχως εμάς θα ήσασταν βαθιά μες στο καλάθι των αχρήστων», και ίσως και κανένα: «Σ’ έναν κόσμο δίκαιο θα σπάγατε κοτρόνες στο βαθύτερο λαγούμι της Πεντέλης», όπως –περίπου– είπε ένας φίλος κάποτε, καλή του ώρα.

Κι ύστερα λέει θα ᾽βγαιναν –ως άρτι μεταμεληθέντες και αυτοί– οι τριακόσιοι βουλευταί έξω απ’ τον ναό της διαχρονικής μας ασωτίας, θα γδύνονταν τα ακριβά τους ρούχα, και θα τα ᾽καιγαν σε μια πυρά ολόφωτη στη μέση της πλατείας. Μετά, ολόγυμνοι και καθαροί από έγνοιες κι από παρελθόν θα εξαφανίζονταν στην αγκαλιά του πλήθους, σαν νεογέννητα στον κόρφο της μητέρας τους, το μόνο ακριβό στον κόσμο πράγμα, αν εξαιρέσουμε της έμ-πυρης γλώσσας τα φλογερά καμώματα.

Κι ύστερα, λέει, θα ᾽ρχότανε η Είδηση, το Νέο, η Εφεύρεση που ακόμα όνομα δεν έχει, το Μηχάνημα, το οποίο τόσα θα ξερε για τις μορφές που παίρνει η Άνοιξη μες στις ψυχές μας, που μόλις ένας βλαξ ή ένας επίβουλος ή ένας μόνον απλώς αφηρημένος (που ίσως να ᾽σαι κι εσύ ο ίδιος, μάτια μου!) τόλμαγε μιαν απρέπεια –απρέπεια με λόγια ή με πράξη ή με σκέψη μοναχά, που ᾽ναι το ίδιο πράγμα στον σφυγμό τού μέσα σύμπαντος– τότε αυτόματα εκείνο το μηχάνημα θα τον αποσυνέδεε απ’ τον κόσμο, θα του ᾽βγαζε την πρίζα και θα τον βουτούσε στα παρηγορητικά νερά μιας ησυχαστικής απόσυρσης, κι αυτό έως ότου να συνέλθει, να ξεζαλιστεί, να ξαναβρεί τον χαμένον του άλλον, να ενδυθεί το ένα, μοναδικό του σχήμα, που περπατάει τον παράλληλο κόσμο, τον ες αεί, τον που ακούει ξάγρυπνος και καθρεφτίζει ακούραστα τα ονόματα τριγύρω μας, εάν.

Και θα ᾽ναι ετούτη η Εφεύρεση που θα γιορτάσει σύμπασα η ανθρωπότης μ’ ένα στόμα, τότε που εν είδει σμήνους περιστεριών θα εγερθούν οι ιαχές σαν λέξεις Εμπειρίκειες σπερματοφόρες, σμήνος ακράτητο πάνω απ’ την κλίνη του Αγνώστου Στρατιώτου, τότε που απ’ το λαμπρό του Αττικού ουρανού θα αντηχήσουν οι επευφημίες έκπτωτων και μη Αγγέλων, αγκαλιασμένων σ’ ένα σώμα αξεχώριστο, Αγγέλων που θα έχουν και αυτοί για την περίσταση μετανοήσει, θα έχουν μιας διά παντός εις βάθος απροσμέτρητο εννοήσει του μυστηρίου την μεγίστη εκδίπλωση, μέσα στου άστεως τις ατραπούς, μέσα στου ανεσπέρου φωτός τις σπαργώσες επάνω στα ύδατα της μέσα Ελευσίνος ανακλάσεις, και όλα ετούτα μήπως κάποτε για λίγο η ψυχή μας ξαποστάσει απ’ των μετονομασιών το ποδοβολητό, απ’ την οχλοβοή της τρικυμίας που αιώνες μαστιγώνει τους αιθέρες της έξαρσης και τους κανοναρχεί, μήπως κι αρχίσει πάλι το βλέμμα μας να διακρίνει στον βυθό τις όντως εναργείς έννοιες: τον πόρφυρα, τον αστερία, τον ιχθύ, την λάμπουσα μελάσα μέσα στα σαγόνια των στρειδιών με την απέραντη την καλοσύνη, αυτές κι όλες τις άλλες, αγκαλιά στην πρώτη τους τη σημασία, έξαφνα και για όλον τον χρόνο δωρισμένες στη ζωή, σε δόξα του υπέρτατου ονειροφόρου Άγιου, προστάτη-συμπολεμιστή. Ο κόσμος τώρα θα επιστρέφει στα θρανία του, να μάθει και να μάθει την καινούργια αλφαβήτα των πραγμάτων, από τους σπουδασμένους των ουράνιων φαλαινοθηρικών. Αμήν.

Κι ήτανε λέει όμορφες οι λέξεις, όμορφες πολύ, καθώς κι ο κόσμος που περπάταγε τριγύρω τους και χαίρονταν, και έλεγα: «Να μην ξυπνήσω, Παναγία μου, να μην ξυπνήσω!»

Κι ύστερα ξύπνησα. Κι ο κόσμος ήταν όντως ένας άλλος.

Γιώργος Μουλουδάκης, 13 Μαΐου 2020

—————————————————————————————————————————————–

[1] Νίκου Εγγονόπουλου, «Ο Ορφεύς», Στην κοιλάδα με τους ροδώνες, Ίκαρος 1978

[2] Βλ. συνέντευξη του Σταύρου Ξαρχάκου στον ραδιοσταθμό «Στο Κόκκινο» (5/5/20), καθώς και σχετικό σχόλιο υπουργού και κυβερνητικού εκπροσώπου κατά την διάρκεια ενημέρωσης πολιτικών συντακτών, στις 8/5/20.

[3] Βλ. ανάρτηση του Φοίβου Δεληβοριά στην σελίδα του στο facebook, στις 7/5/20.

ΑΜΝΗΣΙΑ {Β’}

Μέρα Λαμπρή, Αλκυονίδες της καρδιάς μας
Ο ήλιος καίει τα χιόνια στις βουνοκορφές

Μείναμε προσμένοντας την άφιξη των μουσαφίρηδων, εκεί, μπροστά στον μπουφέ της μάνας, με πλήθος γύρω τις φωτογραφίες των νεκρών. Κι οι μουσαφίρηδες ήρθανε. Και φέρανε ο καθένας από ένα δώρο.

————————————————————
ΣΗΜΕΙΩΣΗ 1η
————————————————————

«Τα κάδρα πάνω στον μπουφέ της μάνας σου θα μεταμορφωθούν σε μνήμη συγγενών, που όμως ποτέ τους δεν θα σηκωθούν μες στη γαλήνη της νυχτιάς ή μες σε μιας γιορτής την έξαρση, μόλις απ’ τις οινόεσσες επικλήσεις αγουροξυπνημένοι, να γίνουν μάσκες άδειες από παρελθόν, που απαιτούν μες στη βουβή στιγμήόχι επαίτες αλλά προύχοντεςνα ορθώσεις το ποτήρι σου να ευχηθείς μακροημέρευση. Όχι, οι φωτογραφίες πάνω στον μπουφέ κοιμούνται ήσυχες τις νύχτες του χειμώνα, μ’ έναν ρόγχο υπόκωφο πίσω απ’ τα σφιγμένα στόματα, ήσυχες μες σε κάδρα στοιχισμένα έτσι που να ‘ναι μπορετό να αντικρίζονται και να τσουγκρίζουν κάποιες ώρες τα ποτήρια τους, όταν εμείς κοιτάμε αλλού, όταν τα κορίτσια παίζουν κρυφτό στον διάδρομο, κι όταν οι παππούδες παίρνουν κουνενούς πάνω από μισοτελειωμένα βιβλία.»

 

Siglo-II.-Se-expone-en-el-Museu-Nacional-Arqueologic-de-Tarragona

Η Μνημοσύνη. Μωσαϊκό Β´αι. Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Ταραγόνας (Ισπανία)

 

Καταγωγή

Πρώτος φανερώθηκε, απλώνοντας το πέλμα έξω απ’ το κουκούλι του ύπνου σου, ο κάποτε πατέρας. Και λέω “ο κάποτε”, γιατί τη μέρα που εθελουσίως σήκωσες την σύνολη του κόσμου σου ευθύνη, αυτός έγινε θύμηση τρυφερή, μνήμη της ρίζας, τίποτα λιγότερο. Έφυγε τότε που το σπέρμα του ήτανε με σιγουριά στα σπλάχνα σου ριζωμένο. Δεν ήταν έτσι χρεία να υπάρχει εκεί έξω.
(Κι ορίστε πώς πεθαίνουν γύρω μας οι άνθρωποι, που κάποιοι λένε πως για να μακροημερεύουν πρέπει να τους ταΐζουμε καθημερινά καινούργιο λόγο ύπαρξης, μ’ αγάπη όμως, γιατί αλλιώς γίνονται βάρη ασήκωτα μες στη ζωή μας.)
Το δώρο που έφερε ο πατέρας ήτανε ένα μικρό δρεπάνι, δρεπάνι χρήσης ιδιωτικής, να κόβει τα ζιζάνια της θύμησης, και να θερίζει ολόχρυσο καρπό, στην ώρα του, από τα στάχυα της πραγματικής σοδειάς σου. Κι έφερε ακόμα ένα ζευγάρι ματογυάλια με σκελετό κοκάλινο, παλιό, που ξέραν να κοιτάνε το Πρωτότυπο μαζί με τις μυριάδες ανακλάσεις του, σου δίνανε με άλλα λόγια την ευχή να βλέπεις μ’ όλον τον λυρισμό του βλέμματος δίχως μια σπιθαμή να υποχωρείς στον έναν δικό σου δρόμο· εκεί, οι αποφάσεις θα παίρνονταν με την κρυστάλλινη λογική του χειρουργού. Σαν να σε δένουν οι συντρόφοι στο κατάρτι, μη χάσεις ούτε μια στιγμή απ’ το τραγούδι των Σειρήνων, κι όμως το πλοίο θα προχωρά, θα προχωρά.

[Ο Δίας βέβαια νίκησε τον Κρόνο, τον πατέρα του, και τον φυλάκισε στα Τάρταρα, με φρουρούς στην πόρτα τη Νύχτα και τους Εκατόγχειρες. Μα επειδή η γλώσσα μας είναι ακόμα η ελληνική, έχουμε λόγους να σκεφτόμαστε πως ήτανε ο Κρόνος-Χρόνος που, μέσα στις γενεές, κατάπινε ό,τι κι αν γεννούσε. Κι ο Δίας -ιδιοφυής ή μαριονέτα μιας Σοφίας από κείνον κάπως μεγαλύτερης, που όριζε το χέρι και τις πράξεις του, ποιος ξέρει τώρα για να πει;- αποφασίζει τη μια καίρια κίνηση σε τούτον τον αγώνα να ανακαινισθεί ο χρόνος: κοιμάται με τη Μνημοσύνη, καθώς θυμηθήκαμε στο προηγούμενο, κι ύστερα από λίγο ανοίγουνε τα μάτια τους στον κόσμο μας οι εννιά καλλίφωνες καλλίγραμμες, καλλίγνωμες, οι Μούσες οι εύμορφες, που η θεία φύση τους στο εξής θα μάχεται κάθε του χρόνου σκοτεινή ρυτίδα. Να ένας θεός να ευγνωμονείς, και να μια πράξη που την σημασία της καμιά αμνησία των θνητών δεν θα απαξιώσει.]

————————————————————
ΣΗΜΕΙΩΣΗ 2η
————————————————————

«Κάποιοι ισχυρίζονται πως οι νεκροί ξυπνάνε μια στιγμή της νύχτας μας, κι αν τύχει τότε κι είσαι εκεί, με βυθισμένο ακόμα το ένα μάγουλο στο πηγαδάκι του ύπνου, υπάρχει η πιθανότητα, ζαλισμένη, η ομήγυρις να κατασπαράξει το λογικό σου, και στο εξής να περπατάς στον κόσμο αυτόν μισότρελος, με βαριά λόγια στη φούχτα σου, σαν χαλασμένα δόντια από στόματα νεκρών, κηλίδες ανεξίτηλες κόσμου ακατανόητου πάνω στην πάλλευκη ζωή των ζωντανών. Στο εξής, αυτοί, οι ζωντανοί, θα σε κοιτάνε με καχυποψία, θα σ’ αγκαλιάζουνε με προφυλάξεις και μ’ εκείνα τα «δίκιο έχετε κύριε» των τρομοκρατημένων. Και κάποτε που εσύ θα λείπεις, διά βοής θα σε αναδείξουν διοικητή της Λεγεώνας των πολύγλωσσων τυφλών, που μυριάδες χρόνια τώρα βαδίζει στο όνειρο των μοναχικών ανθρώπων την έρημο του Σινά, κι άλλες ερήμους, που τον άνυδρο μανδύα τους χάρτης ποτέ κανείς δεν αποκότησε να καταγράψει. Έτσι για τώρα θα μπορούν κι αυτοί, οι ζωντανοί, ήσυχοι να κοιμούνται, μες στα καλοριφέρ και μέσα στους αφυγραντήρες, μέχρις νεωτέρας.»

Ορφάνια

Ήρθε μετά εκείνο το πεντάρφανο απ’ το χωριό, παιδί δίχως παπούτσια, που δεν ήξερε πατέρα ούτε μάνα, που ούτε μια φωτογραφία τους δεν αξιώθηκε, να ξέρει με τι μοιάζανε, να ξέρει πώς να χτίσει του προσώπου του τον γύρο, να ‘χει μιαν υποψία πώς θα είναι το μέλλον που περιμένει. Και το βάστηξε στο βυζί της αυτό το παιδί η καλοσύνη μιας γειτόνισσας που είχε κόρη νεογέννητη. Μαζί τα βύζαινε, τα ίδια βυζιά ζουλάγανε με τα χεράκια τους. Κι έφερε δώρο εκείνο το παιδί τα δύο στήθη της καλοσύνης, αυτά που είδαν τα μάτια του με το που ανοίξανε στον κόσμο.

————————————————————
ΣΗΜΕΙΩΣΗ 3η
————————————————————

«Κάποτε, λένε, οι φωτογραφίες ξυπνούν και παίρνουν τις μορφές αγαπημένων. Κι ύστερα περπατούν μες σε τηλεοράσεις και μες σε οθόνες υπολογιστών και πάνω στα πάλλευκα λευκά των θερινών κινηματογράφων, εκεί που ο κισσός μασάει τον ασβέστη κάτω απ’ το φεγγάρι, και, τώρα πιο πρόσφατα, μέσα στων νέων κινητών με το υψηλότατο IQ τις οργασμιώδεις ρητίνες. Τότε είναι που εκείνη η αποστράγγιση του νοήματος μέσα απ’ τη γούρνα του βίου (τότε που, καθώς λέγαμε στο προηγούμενο, η ξεχαρβαλωμένη τάπα της συνείδησης άλλο δεν αντέχει το φόρτωμα του χρόνου και φεύγει κάτω από τα πόδια σου, και χάνεται στο διάστημα, για πάντα εξαφανίζεται, σαν αστροναύτης δίχως σκάφανδρο), τότε είναι που αυτή η αποστράγγιση θα αγκαλιάσει καθετί τριγύρω σου. Στο εξής, όλα θα έχουν έναν και μοναδικό σκοπό: να σε εθίσουν στην αποανθρώπιση. Και να που τώρα δεν θα τρέμεις μήπως κάποιος, καταμεσήμερο του Ιουλίου ή ένα βράδυ βροχερό του Φθινοπώρου, ξυπνήσει, υπνοβάτης, με το κουζινομάχαιρο στο ορθωμένο του αριστερό, ή κροταλίσει σαν τον εγγαστρίμυθο εκείνο το περίφημο «–Αυτό δεν θέλω να το συζητήσω!», που είναι περίπου το ίδιο, αφού θα έχει έτσι μιας και διά παντός φανερωθεί ως απ’ τη γέννηση κενός νοήματος, κανένα πρόσωπο δεν θα αμαυρώνει τη γυαλάδα της κερένιας πανοπλίας του, αυτού του φέρετρου που μέσα του τον φέρνει –πτώμα σε ωραία αποσύνθεση– στου άστεως τις ατραπούς, στο χρυσοποίκιλτο κλουβί αυτής της φάρας ανεγκέφαλων που λέει το σύμπαν ιδιοκτησία της, και που έπλασε κοτζάμ Θεό για να ‘χει να πορεύεται στην κόλασή της, κι εδώ θα πρέπει να προλάβω ότι –παρόλα αυτά– διόλου δεν αποστρέφομαι τα σύμβολα των θεολόγων, με την υποσημείωση ότι τα συλλαβίζεις μοναχός στον θάλαμο διακυβέρνησης του βαθυσκάφους, όταν εκείνο καταδύεται στην άβυσσο δίχως καμία πιθανότητα επιστροφής…»

Γκιόστρα

Κατέβηκε μετά απ’ το κάδρο του εκείνος, ο λυράρης της γιορτής. Αυτός, ο όρθιος, με το χαμόγελο πάνω απ’ το πιγούνι που κρατεί τη λύρα μες στους γαμηλιώτες με τα καλοξυρισμένα πρόσωπα, φορώντας το σαρίκι με τα κρόσσια ανάκατα με τα μαλλιά, φρεσκοβαμμένα τα στιβάνια του και όμορφα στριμμένο το μουστάκι. Κι άρχισε να μονολογεί λόγια του Ερωτόκριτου μέσα στα κοιμισμένα σου αυτιά. Κι αυτά τα λόγια πιάνανε γερά στα μπεντενάκια των αυτιών σου, όπως και στ’ άλλα, της ψυχής, κι εσύ κοιμόσουνα κι οι χτίστες χτίζανε, και ξεκουκίζαν σκόρπιες προσευχές απ’ τους αιώνες που περάσανε με μιαν αναπνοή, και σε νανούριζαν όλοι έναν γύρο, μωρό σε κούνια κρεμασμένη στον ουρανό του λυρισμού, μια στη χαρά, μια στη λύπη, πάντοτε όμως μες στο σύμπαν μιας καλότητας, που σαν Εκείνη στον κόσμο καμιά. Και λέγαν τα ακατανόητα:

Μοίρα μου, κιἴντα λείπεσαι νὰ κάμης μπλιὸ σἐμένα;
τὴ σήμερο μἐνίκησες, κιὄχι στὰ περασμένα.
,τι κιἂν εἶχα πῆρες τα, ἴντἄλλο σἀπομένει,
κι ἴντα ἀνιμένει μπλιὸ νὰ δῆ ἕνας ὁποὺ κερδαίνει;

Δὲν εἶνστὸν Ἅδη ριζικά, δὲν εἶνστὸν Ἅδη μοῖρες,
δὲν εἶνστὸν Ἅδη κέρδητα, καὶ σώνει σ,τι πῆρες.

και δίπλα σ’ ετούτα:

Ἐφάνη ὁλόχαρη αὐγή, καὶ τὴ δροσούλα ρίχνει,
σημάδια τῆς ξεφάντωσης κείνη τὴν ὥρα δείχνει.
Χορτάρια βγήκασι στὴ γῆς, τὰ δεντρουλάκια ἀθίσα,
κι ἀπὸ τς ἀγκάλες τοὐρανοῦ γλυκὺς βορρὰς ἐφύσα,
τὰ περιγιάλια λάμπασι, κι θάλασσα κοιμᾶτο,
γλυκὺς σκοπὸς εἰς τὰ δεντρὰ κι εἰς τὰ νερὰ γροικᾶτο·

Ερωτόκριτος (Ε 1007-1010, Ε 1033-1034 και Ε 769-774), από την έκδοση του Στέφανου Ξανθουδίδη του 1915

————————————————————
ΣΗΜΕΙΩΣΗ 4η
————————————————————

«Ας θυμηθούμε πάντως πως, αν κάποιος, κάπου, κάποτε, ήταν να βυθιστεί στα πιο σκοτεινά του βίου σπήλαια, θα ‘πρεπε πρώτα να σκύψει στην πηγή της Λήθης για να πιει, και ν’ αφήσει έτσι πίσω του ό,τι ήξερε για τον κόσμο. Μετά θα ‘ρχόταν η σειρά της Μνημοσύνης, τότε που όλα, νεογέννητα, θα ξεκινούσανε απ’ την αρχή. Ετούτα κάποτε. Τώρα, σκοτάδι ακατάλυτο.
Τώρα ο “ιός της Αμνησίας”το σύμβολο, αν θέλουμε έτσι να το δούμε, της αποανθρώπισης, της λήθης κάθε θεϊκής καταγωγήςείναι ένας εφιάλτης που κρατεί ορθάνοιχτα τα μάτια του κάτω απ’ τον ήλιο, γιατί, περισσότερο από κάθε άλλον, γειτονεύει στο εξής παράδοξο: Γεννιέσαι ως εορταστικός αντίλαλος γονεϊκών φωνών, με σάρκα κι αίμα και με σώμα όμορφο, και με σουσούμια που καληνωρίζουν κι αγαπούν όλοι τριγύρω σου. Ετούτα όμως ως τη μέρα που θα συρθεί πρώτη φορά κάτω απ’ τα πόδια σου, σιχαμερό ερπετό, με ήχο που ανατριχιάζει ανάμεσα στις πέτρες, ο ιός των ενηλίκων, μες στο κρανίο σου να χώσει το σουβλί του το δηλητηριασμένο, να σε μολύνει με το σχήμα του Πανομοιότυπου. Από εκείνη τη στιγμή και ύστερα θα είσαι, ανεπιστρεπτί ενήλικας. Τώρα μονάχα η Λήθη θα σε σώζει απ’ την τρέλα [γιε μου].»

 

Mnemosyne-the-Mother-of-the-Muses-by-Frederick-Leighton1886

«Μνημοσύνη», του Frederick Leighton (1886)

 

Μέτωπο

Περπάτησε ύστερα στον κόσμο σου ο δεκανέας απ’ το Αλβανικό μέτωπο, εκείνος με τις γκέτες τυλιγμένες εκατό φορές γύρω απ’ τις γάμπες του και με το ένα πόδι πάνω σ’ άλλο. Καθιστός στην ψάθινη καρέκλα, ήσυχος, με το χαμόγελο της αυριανής ήττας που θα έκανε τους συμπολεμιστές του αδερφούς και τον εχθρό θυσία απαραίτητη. Κι έφερε εκείνος για δώρο του, τον τρόπο να κερδίζεις χάνοντας, να χάνεις κερδίζοντας, και μαζί μ’ αυτό τη γνώση μιας συλλογικότητας που ξεπερνά τη λίγη μας ζωή, την ομορφιά της θυσίας που σε ξεπληρώνει επί τόπου και στο πολλαπλάσιο. Ο Κορνάρος με τα ίδια του τα χέρια έθρεφε εκείνον τον πολεμιστή, και του μουρμούριζε μέσα στ’ αυτί τη γλύκα μιας ζήσης που δίχως υπέρβαση θα ‘τανε λειψή. Και ήρθε. Κι έκατσε δίπλα σου την ώρα που εσύ κοιμόσουνα. Και ήπιε μια ρακή μαζί σου. Μετά επέστρεψε στον χαρούμενο τάφο του.

————————————————————
ΣΗΜΕΙΩΣΗ 5η
————————————————————

«Και να πώς αγαπιούνται κάποτε οι ερωτευμένοι, τότε που, μια μέρα, ξυπνούν κι έχει απ’ το πρόσωπο του άλλου χυθεί ο πόθος, κι έχει απομείνει κάτι πιο του θανάτου ανθεκτικό, αν τύχει κι είσαι δυνατός στις αλλαγές των μετεωρολογικών συμβάντων. Και να πώς, προς τα πίσω πηγαίνοντας, το βρέφος είναι –μπορεί– το πρόσωπο κανενός παρελθόντος, κι όμως στον γύρο της μορφής του χαμογελά το σύμπαν σαν φυλλαράκι δέντρου την αυγή και σαν πουλί που το χτυπάει ο ήλιος και δεν αντέχει άλλο να σωπαίνει.
(Ε, μα αν είναι έτσι να “ξεχάσουμε”, ας βυθιστούμε αιώνια στη Λήθη!)»

Στο βουνό

Επάτησε ύστερα στον κόσμο σου ο αντάρτης, που την ευγενική του φύση η πρώτη κατοχή των Γερμανών προσέβαλε θανάσιμα, εκείνη η κατοχή που ήξερε να κόβει βαθιά το ανθρώπινο κρέας και να λερώνει με αίμα και οργή τα μάγουλα των αμάχων. Κι εκείνος ο αντάρτης κρατούσε κάτω απ’ την αριστερή του μασχάλη τη μνήμη ενός περήφανου γένους, που απ’ την εποχή του Καπετάν Μιχάλη στοίχειωνε το φιλότιμο του αδικημένου και ξυπνούσε έναν αγώνα σ’ όλους τους αιώνες ίδιον κι απαράλλαχτο. Ο χρόνος του καπετάν Μιχάλη κι ο χρόνος του αντάρτη ήταν ο ίδιος μ’ αυτόν μπροστά στον μπουφέ της μάνας, ένας χρόνος που γλιστρούσε κατευθείαν έξω απ’ τις ζωγραφιές του Θεόφιλου και τις αγιογραφίες των εκκλησιών, χρόνος επίπεδος, νυν και αεί, με μόνη του προοπτική αυτήν που έδινε στις πράξεις η βαθιά ψυχή των προσώπων. Δεν μετριόταν στις αριθμομηχανές των λογιστών, δεν είχε την προοπτική που διδάσκονταν οι πρωτοετείς στην Καλών Τεχνών.

————————————————————
ΣΗΜΕΙΩΣΗ 6η
————————————————————

Και κάποιοι άλλοι είπανε – θυμάσαι;– πως το Πολύ πυρπολήθηκε μες στην καρδιά του ανθρώπου την ώρα που εκείνος καταχράστηκε του δικαιώματος να είναι πολιτισμένος, την ώρα που αντάλλαξε τον πρωτόπλαστο με ετούτο το πολιτισμένο δίποδο που τον καταδυναστεύει. (Αλλά δεν ξέρουμε τι είναι πολιτισμός -να μην ξεχάσω, αύριο να κοιτάξω.) Έτσι, η τέχνη άλλαξε κι εδώ τη φορεσιά της, αφού κι εμείς Ανατολή πλέον δεν είμαστε. Έκτοτε σπανίως, και μόνον κατ’ εξαίρεση, επιχειρεί να μαστορέψει όπως– όπως εκείνο το ελάττωμα στο λογισμικό των επιγόνων. Έτσι οι τεχνίτες γενήκανε κι εδώ “καλλιτέχνες”, κι άρχισαν να φουσκώνουν σαν τον διάνο απ’ την περηφάνια κι απ’ τη βλακεία. Στην πραγματική Ανατολή ουδέποτε ετέθη τέτοιο θέμα ασφαλώς, αφού εκεί ήσαν όλα εξ αρχής λυμένα: οι μοναχοί προσεύχονταν, ανεξαρτήτως του αν το ξέραμε ή όχι, κι ο κυρ-Αλέξανδρος κάθισε στο μπακάλικο του φίλου του παρέα με το κόκκινο κρασάκι του αντί να τρέχει στις τιμές που του ετοίμαζαν στους “Παρνασσούς”, εάν ορθώς το ενθυμούμαι. Μα αυτός τον Άγγελό του φαίνεται τον πότιζε καθημερνά, γι’ αυτό κι εκείνος χατίρι μάλλον δεν του χάλαγε.»

Εξορία

Ήρθε μετά με τα άσπρα του μαλλιά ο εκτοπισμένος στη Μακρόνησο και στην Ικαρία, ο τρόφιμος κελιών της Αλικαρνασσού και κάθε άλλου όμορφου μοναστηριού μετά τον πόλεμο, κι έφερνε μες στις χούφτες του τον αγιασμό από τη βία των βασανιστών. Κι εκεί, δίπλα του, έλαμπε το καντηλάκι μιας εκκλησιάς δίχως σταυρό και θυμιατό, μα που καταχτυπούσε το ξύλινο σήμαντρό της στην καρδιά κάθε συντρόφου και που τη λειτουργούσανε καθημερινά όλοι μαζί με τα μικρά τους πάθη. Ένας λυγμός σαν φλυαρία κωφάλαλου που ακατάπαυστα χειρονομεί πίσω απ’ την πλάτη σου κυρίευε την ψυχή ανθρώπων που δεν χαιρετιότανε στον δρόμο μα που γνωρίζονταν βαθιά δίχως να γνωρίζονται. Κι εκείνος ο λυγμός, που πιότερο από λυγμός ήταν καταγωγή ολάκερη, τους κράταγε αγκαλιά, όπως η θυσία τους πρώτους χριστιανούς, κάτω απ’ τη σκέπη ενός θεού θνητού σαν τον καθένα. Ετούτος ο πάντα εξόριστος έφερε αυτήν την ευλογία του για δώρο.

————————————————————
ΣΗΜΕΙΩΣΗ 7η
————————————————————

Για τα πιο κει, κάτι σαν προφητεία:

«Ο βιαστής που εγκατοικεί και κατακυριεύει τον πολιτισμένο άνθρωπο δεν θα κορέσει σε κανένα μέλλον τη δίψα της βλακείας του. Έτσι η Ανατολή θα υποχωρεί μέρα τη μέρα μπρος στην έρημο που θα εξαπλώνεται, ώσπου στο τέλος τίποτα απ’ το φως της δεν θα έχει απομείνει. Εμείς, σ’ αυτό το μεταξύ, θα τρέχουμε πίσω από πολέμους τενεκεδένιους, πίσω από φτώχειες, κρίσεις, προσφυγιές, που θα ‘ναι τίποτα μπροστά στη μέγιστη απώλεια, αφού η πραγματική μας προσφυγιά θα έχει ήδη εντός μας συντελεστεί. Κάθε πρωί, στα ίδια νερά του Αιγαίου θα πνιγόμαστε, μάταια παλεύοντας να διαβούμε στην αντίπερα όχθη. Τώρα το ξέρουμε, την αντίπερα όχθη την κουβαλούσαμε πάντα μέσα μας, κι αν κάποιος κάθε τόσο μας τη λήστευε, ήταν η έλλειψη εμπιστοσύνης στο ακατάλυτο του πλούτου μας.»

Έξοδος

Κατέβηκαν κι άλλοι πολλοί μέσα απ’ τα κάδρα τους, για να σε χαιρετήσουν και να σου μιλήσουν μέσα στον ωραίο ύπνο σου. Αλλά η μνήμη ξέρει να κρατά στα χέρια της μονάχα σκίτσα των Αγγέλων. Μοιάζει έτσι η ζωή με αγιογραφίες συγγενών που φύγανε, και που εκλιπαρούν για λίγη προσευχή στην κάθε μέρα τους, εδώ, σ’ αυτή τη γη που σ’ έριξε ο θεός, και που εύκολα σ’ αφήνει να ξεχνάς Αυτόν που είσαι.

——————————————————————————————

Υ  Σ  Τ  Ε  Ρ  Ο  Γ  Ρ  Α  Φ  Ο

Ύστερα απ’ όλα αυτά τι θα απομείνει; Σβήνω το φως και παίρνω την κιθάρα μου. Μιλάω τώρα καθαρά στ’ αυτιά των συντρόφων:

«Και αν οι λέξεις μας σκορπίσανε στο πάτωμα, καθώς σκορπίζουνε τα κέρματα απ’ τον θρυμματισμένο κουμπαρά του γιου σου, ίσως αυτός να είναι ο μόνος τρόπος για να αρτιωθεί ο κόσμος που σου πρέπει.»

Εκείνα είπες. Και συμπλήρωσες:

« –Ελάτε τώρα να φορέσουμε τα γιορτινά. Δεν είναι ακόμα Κυριακή, μα ίσως είναι μια ωραία ευκαιρία.»

 

Γιώργος Μουλουδάκης, 14 Απριλίου 2020

(Δημοσιεύεται και στο περιοδικό Χάρτης #17, Μαΐου 2020. Η επιλογή των εικόνων είναι του Δημήτρη Καλοκύρη.)

img_mnemosyne

Συνέχεια

ΑΜΝΗΣΙΑ {Α΄}

5177871323_84e600f2ce_b_200217_161047

Ντάντε Γκαμπριέλ Ροσέτι, σχέδιο της Τζέην Μόρις ως «Μνημοσύνης» (1876)

Κυκλοφορούν ιοί που λες κι ενηλικιώνονται μες στην κοιλιά του πιο αρχαίου κύτταρου της ύπαρξης, κι έτσι ποτέ κανένα τεστ δεν θα τους ανιχνεύσει. Αν τα εμβόλια κάνουν αύριο τον κάθε κορωναϊό να μοιάζει με ένα ελαφρώς δύστροπο ξαδερφάκι, κάποιοι άλλοι ιοί, που ξεκουράζονται στις χαραμάδες των συνηθισμένων πράξεων, θα παραμείνουν στην ιστορία ως οι πιο ασφαλείς μας δήμιοι, παρότι κανέναν πανικό ποτέ δεν προξένησαν. Ας πούμε σήμερα για έναν απ’ αυτούς και ας τον ονομάσουμε «Ιό της Αμνησίας».

Εν αρχή, γονείς που ξεχνούν τα παιδιά τους

Είναι φορές που κοιτάζεις στα μάτια τον πατέρα σου, και ξάφνου χύνεται όλη του η ζωή στο πάτωμα, αδειάζει ο γύρος του προσώπου του απ’ ό,τι ήξερες για κείνον και μένει στον αέρα ένα άγραφο χαρτί, ένα κουκούλι να κυοφορήσει μια πεταλούδα ή μια ύαινα, ανάλογα ποια Μοίρα διάλεξες να σε μοιράνει σήμερα.

[Οι Μοίρες μοίραιναν, μα ήταν οι Μούσες -θυμάστε;- που ‘χαν για μάνα τους τη Μνημοσύνη, τότε που ο Δίας ο φιλότιμος εννιά μέρες Τη γκάστρωνε, μην ξεχαστούν τα έργα Του. Κι ήταν Αυτή, η Μνημοσύνη, που, όταν δεν είχαν οι θνητοί γραφή να στερεώνει τα λεγόμενά τους, τα στέριωνε με ήχους σκαλιστούς βαθιά μες στων αιώνων τον Λαβύρινθο. Έκτοτε τα αυτιά των γενεών αντιβοούνε από μύθους που ακόμα ακούμε και θαυμάζουμε.]

Η μάσκα ανάμεσα στους δύο κόσμους

Είναι φορές που τρέμεις μήπως σε κοιτάξουν έτσι οι δικοί σου άνθρωποι, μην τύχει και σε μια στιγμή απροσεξίας ξεκουμπωθεί κάτω απ’ τα πόδια τους η ξεχαρβαλωμένη τάπα της συνείδησης, κι όλο μεμιάς το παρελθόν χυθεί στην Άβυσσο της Λησμοσύνης, σε ένα τίποτα που τίποτα για σένα δεν θα ξέρει. Από κει κι ύστερα θα σε κοιτούν σαν να μη σ’ είχανε ποτέ γνωρίσει, θα σου μιλάνε στον πληθυντικό σαν τα κορίτσια των προτεσταντών όταν ζητούν από τη μάνα τους το αλατοπίπερο. Λες κι ένας Θεός αλαφροΐσκιωτος έδεσε παρθενορραφή στον χρησιμοποιημένο χρόνο, έσβησε με πανούργα γομολάστιχα της κάθε μέρας τα γραφόμενα, «χάκαρε», καθώς λένε της ζωής οι νεοσύλλεκτοι, τους κωδικούς που σε κρατούν σε κάποια συνεννόηση με τους ανθρώπους. Έτσι, στο εξής όλα θα είναι άγουρα, βουβά, καινούργια, αχρησιμοποίητα, δίχως γιορτής κρασί, δίχως σιτάρι θύμησης, δίχως αυτά που προσποιούνται πως ο χρόνος έχει ραχοκοκαλιά. Κι οι μάσκες των αγαπημένων σου θα κουβαλάνε την υπέροχη υπεροψία που ‘χουν οι μάσκες στις προθήκες των μουσείων, σκεύη της ιεροτελεστίας έξω απ’ τις τελετές, σκεύη που κάποτε γεφύρωναν δυο κόσμους ολοστρόγγυλους, αθέατα διαχωριστικά παράλληλων συμπάντων, που, από την ώρα της Μεγάλης Έκρηξης, μ’ έναν, τον ίδιο, πνεύμονα αναπνέουν. Στο εξής θα συλλαβίζεις κάτω από το δέρμα των αγαπημένων σου την πολυσύλλαβη γλώσσα του θανάτου, γλώσσα αιλουροειδούς που χόρτασε και τώρα ρουθουνίζει το καυτό του χνότο πάνω απ’ τον αυχένα σου. Αύριο, μ’ ένα τίναγμα της χαίτης του θα σε λύσει οριστικά απ’ αυτόν τον κόσμο. Κοιτάς τριγύρω σου: Καμία υποψία αίματος. Αυτός ο θάνατος είναι υπεροπτικός στα χειρουργεία. Τώρα οι δικοί σου βυθίζονται στα μάτια σου μα βλέπουν έναν άγνωστο πίσω απ’ την πλάτη σου. Κανένας χρόνος δεν μιλά κάτω απ’ της ίριδας το χείλος, στον γλιστερό πυθμένα που κυρτώνει την ουρά του ο γέρο-δράκος του νοήματος.

Mnemosyne_color_Rossetti_200217_161129

Ντάντε Γκαμπριέλ Ροσέτι, «Μνημοσύνη» (1881)

————————————————————
ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ ΠΡΩΤΟ
————————————————————

Στην επιφάνεια: Έξω απ’ το μετρό πόλης πολύβουης, μ’ ένα ωραίο μαντολίνο στη μασχάλη σου. Παίζεις δυο νότες στις διπλές χορδές. Εκείνη τη στιγμή περνούν μπροστά απ’ τα μάτια σου ένας μεσήλικας, ένα παιδί, ένας έφηβος με τατουάζ και ένας γέρος απ’ τα μέρη που γεννήθηκες. Τι θα θυμάται ο καθένας αύριο απ’ ό,τι άκουσε;

————————————————————

Ιδιω­τι­κή Βα­βέλ

Πί­σω στη στιγ­μή της απώ­λειας της μνή­μης, που εί­ναι, πιό­τε­ρο κι από απώ­λεια, θρυμ­μά­τι­σμα πα­νά­κρι­βου γυα­λι­κού που γλί­στρη­σε απ’ τα χέ­ρια σου και γί­νη­κε στο πά­τω­μα χί­λια κομ­μά­τια. Τώ­ρα κα­νείς δεν θα θυ­μά­ται πλέ­ον τη μορ­φή του. Στο δευ­τε­ρό­λε­πτο της θραύ­σης φα­νε­ρώ­θη­κε -ή μή­πως πιο σω­στά “ορ­θώ­θη­κε”, έτσι κα­θώς γυρ­νάς από­το­μα σε­λί­δα και μέ­νεις με το στό­μα ανοι­χτό;- ο πύρ­γος μιας από­κρη­μνης Βα­βέλ, το φά­σμα ενός ιλίγ­γου βου­βού, όπως κραυ­γή μελ­λο­θα­νά­του στη θέα της σύ­ριγ­γας που θα τον φτύ­σει έξω απ’ τη ζωή, φά­σμα με σάρ­κα και ίσκιο πη­χτό, κι ένα μα­χαί­ρι να ξε­σκί­ζει ό,τι ακό­μα σ’ έδε­νε με τους αν­θρώ­πους. Ο πλέ­ον πα­λαιός των ημε­ρών, ο Άλ­λος σου Εσύ, ο ύψι­στος Γιαν­νού­λης Χα­λε­πάς των απο­σιω­πη­μέ­νων ορα­μά­των, ο Ένας διερ­μη­νέ­ας σου, θα έχει μό­λις μπρος στα μά­τια σου τρα­βή­ξει τη σκαν­δά­λη. Αυ­τό­χει­ρας. Στην ησυ­χία που ζυ­γί­ζει τα γραμ­μά­ριά της πά­νω απ’ την εκ­πυρ­σο­κρό­τη­ση κοι­τάς στο πά­τω­μα και όλα εί­ναι άλ­λα. Κα­νέ­να θύ­μα, κα­νέ­να αί­μα, ού­τε ένα μό­ριο υπό­νοιας πως έχεις σώ­ας τας φρέ­νας. Ο εφιάλ­της θα σα­λιώ­σει τον αντί­χει­ρα να ισιώ­σει το ανα­στα­τω­μέ­νο φρύ­δι. Αυ­τή εί­ναι η ώρα του. Ένα λευ­κό πα­νί θα απλω­θεί σαν πά­χνη πά­νω απ’ όσα ήξε­ρες, ένα σε­ντό­νι σαν εκεί­να που σκε­πά­ζου­νε στα υπό­γεια των αρ­χο­ντι­κών τους κου­ρα­σμέ­νους από τις απρέ­πειες κα­θρέ­φτες, τό­τε που οι οι­κο­γέ­νειες έχουν από χρό­νια με­τοι­κή­σει και οι αρ­ρώ­στιες μπαί­νουν απ’ τις χα­ρα­μά­δες να δα­γκώ­σου­νε την υγρα­σία. Κι όμως, εκεί­να τα λευ­κά σε­ντό­νια εί­ναι που προ­φυ­λάσ­σου­νε τα μά­τια μας από τις κό­ρες που κοι­τούν χαι­ρέ­κα­κα πί­σω απ’ τον υδράρ­γυ­ρο, κό­ρες έγκυ­ες από σπέρ­μα αγνώ­στου, τη μέ­ρα προσ­δο­κώ­ντας που θα ξε­σκε­πά­σει όλα τα κρυ­φά.

415a14646420cdcb77fef154e027e2b9

Τζούλια Μάρκαρετ Κάμερον: η Μαρία Σπάρταλη-Στίλμαν ως «Μνημοσύνη» (φωτογραφία, 1868)

————————————————————
ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟ ΑΠΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ
————————————————————

« Η νόσος του Αλτσχάιμερ πήρε το όνομά της απ’ τον Γερμανό ψυχίατρο που πρώτη φορά, στα 1906, την περιέγραψε. Είναι χρόνια νευροεκφυλιστική νόσος με πρόωρο σύμπτωμα την απώλεια βραχυπρόθεσμης μνήμης. Με την πάροδο του χρόνου στα συμπτώματα προστίθενται η απώλεια μακροπρόθεσμης μνήμης, σύγχυση, οξυθυμία, επιθετικότητα, διαταραχή της ομιλίας, άμβλυνση των αισθήσεων. Κρίσιμες σωματικές λειτουργίες σταδιακά φθίνουν, οδηγώντας τον ασθενή στον θάνατο. »

————————————————————

Ο πόνος

Κοι­τάς με βλέ­φα­ρα κλει­στά το πρό­σω­πο με δί­χως πα­ρελ­θόν που σου τρυ­πά­ει την ψυ­χή, πρό­σω­πο άμα­θο στη φύ­ση αυ­τού του κό­σμου, απεί­ρως πιο πο­λύ­πει­ρο στη φύ­ση κά­ποιου άλ­λου. Ανα­γνω­ρί­ζεις έναν σω­σία. Έρ­χε­ται στο νου η ει­κό­να των ομο­ζυ­γω­τι­κών δι­δύ­μων, η απο­τρό­παια κα­τα­μαρ­τύ­ρη­ση πως ό,τι ζεις εί­ναι ένα εί­δω­λο πά­νω στο φιλμ των προ­σευ­χών, η αντα­νά­κλα­ση ενός μα­κρι­νού γα­λα­ξία μες στου κρα­νί­ου σου το σκο­τει­νό ερ­γα­στή­ρι, που εκ­μη­δε­νί­ζει με το αδια­νό­η­το της λάμ­ψης του το φυλ­λα­ρά­κι του μυα­λού σου. Κι όμως, θα εί­ναι αυ­τός ο γα­λα­ξί­ας που ίσως κά­πο­τε σου κλη­ρο­δο­τή­σει έναν και μό­νο κόκ­κο άμ­μου απ’ τις λευ­κές του πα­ρα­λί­ες. Τό­τε οι άλ­λοι θα σε πού­νε πλού­σιο.

Προς ώρας αποχώ­ρη­ση

Ίσως ο θά­να­τος να εί­ναι ένα τέ­τοιο σκόρ­πι­σμα των ση­μα­διών του χρό­νου έξω από τα πρό­σω­πα, μια πρώ­τη δί­χως πα­ρελ­θόν στιγ­μή που αντι­κρί­ζει τους αιώ­νες με βλέμ­μα νε­ο­γέν­νη­του. Μα­κριά από τού­τον τον συ­μπυ­κνω­μέ­νο χρό­νο που χύ­νει όλα σου τα υπάρ­χο­ντα στην κα­τα­βό­θρα της λή­θης, οι φω­το­γρα­φί­ες των νε­κρών επά­νω στον μπου­φέ της μά­νας σου ξυ­πνά­νε στο σκο­τά­δι μνή­μες που δεν έζη­σες, σαν τρί­ξι­μο από την κού­νια που να­νού­ρι­σε τον πα­τέ­ρα σου.

Εδώ, μπρο­στά σε τού­τον τον μπου­φέ, μ’ έναν κα­φέ, ένα γλυ­κό του κου­τα­λιού και μ’ ένα τε­λευ­ταίο τσι­γά­ρο να καί­ει ανά­με­σα στα δά­χτυ­λα, θα κά­τσεις λί­γο να ξε­κου­ρα­στείς. Από­ψε θα ‘ρθουν μου­σα­φί­ρη­δες.

( ΣΥ­ΝΕ­ΧΙ­ΖΕ­ΤΑΙ )

 

Γιώργος Μουλουδάκης, 16 Μαρτίου 2020

(Αναδημοσίευση απ’ το περιοδικό Χάρτης #16, 1ης Απριλίου 2020. Η επιλογή των εικόνων είναι του Δημήτρη Καλοκύρη.)

308682_715965369_big

ΕΝΑΣ ΙΟΣ ΜΕ ΠΑΡΑΞΕΝΑ ΓΟΥΣΤΑ

2020-02-24t231358z_166911915_rc2b7f9jw3kk_rtrmadp_5_china-health-banks-thumb-large

Το ξέραμε πως εδώ και δεκαετίες κολυμπάμε σε αλλότρια ύδατα. Πως κάποια μέρα θα ξυπνούσαμε καταμεσής στον εφιάλτη. Εκείνο που δεν ξέραμε είναι το πότε. Τώρα ήρθε το πότε. Και τι είναι ο εφιάλτης άραγε, αν όχι κάθε ξένο στην ψυχή μας ον που κατακυριεύει, σαν τον Πόρφυρα του Σολωμού, την αφανή πλευρά ετούτης της παράξενης λίμνης που σκεπάζει τη ζωή μας;

Ο ιός, που ήρθε από μια χώρα τόσο μακρινή και τόσο δική μας όσο η Κίνα, με τα αρχαία της ιδεογράμματα και μια πνευματικότητα αντάξια της κάποτε ρίζας μας, ξεσκέπασε στη μνήμη αλήθειες που με κάθε κόστος θέλαμε να παραβλέπουμε: Συνέχεια

«ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΑ» ΚΑΙ ΟΙ ΜΕΤΕΠΕΙΤΑ

in__13604_5ad5ca6a2393e_200218_104415

Ακούγοντας διαδοχικά δυο εκτελέσεις των «Παιδιών του Πειραιά», κάτι σαν παιγνίδι ακροάσεων που κάνουμε με φίλους, ήρθαν αυτόματες σκέψεις. Τις αφήνω πρόχειρα εδώ, έτσι καθώς θα σχολίαζε κανείς ποδοσφαιρικό αγώνα σε καφενείο – όχι πως ξέρω να το κάνω. Σ᾽εκείνα τα «Παιδιά του Πειραιά» θα ταίριαζε στ’ αλήθεια μια τέτοια βασική ικανότητα. Εδώ κινούμαι όπως μπορώ.
(Οι εκτελέσεις ακολουθούν το κείμενο.)

Ακούω την πρώτη ηχογράφηση, και λέω: Έχει μια ορφανή συλλαβή νόημα; Δηλαδή, ο τρόπος που αρθρώνεται ένα σύμφωνο δίπλα σ’ ένα φωνήεν, μπορεί να στοιχειοθετήσει από μόνος του νόημα, και μάλιστα ένα νόημα που σε τίποτα δεν έχει να κάνει με τη γλώσσα που προσπαθείς να αρθρώσεις; Γιατί, αν όχι, τότε πώς γίνεται η κυρία China Forbes (με το αστεία χαραμισμένο στ’ αυτιά μας όνομα, που ανακαλεί το περιοδικό με τη λίστα των δισεκατομμυριούχων), πώς γίνεται λοιπόν όταν τραγουδά στην παρακάτω εκδοχή των Pink Martini τα δικά μας τα «Παιδιά του Πειραιά» και παρ’ όλη την συγκινητικά ξενόφερτη άρθρωση των λέξεων, που εμένα ασφαλώς δεν μ’ ενοχλεί αλλά με ιντριγκάρει–, πώς γίνεται να πηγαίνει τόσο βαθιά στο τραγούδι όσο ούτε η ίδια ίσως η Μερκούρη μπόρεσε στην πρώτη εκείνη εκτέλεση μες στην ταινία του Ντασέν; Κρατώ απ’ την εκτέλεση των Martini μια σχεδόν συγκινητική, μες στο νεκρικό της κλίμα, τρυφερότητα και ένα τέλος σαν λυγμό, σαν το μαχαίρι που ζωγράφιζε στις παρτιτούρες του ο Γιάννης Χρήστου για να δηλώσει μιαν αδιαπραγμάτευτη ηχητική βύθιση, κάτι πολύ περισσότερο από μια σκέτη παύση, που πάντως αφήνει την ηχώ των οργάνων σαν ανάμνηση και σαν αεράκι που κατεβαίνει απρόσμενα απ’ την κορυφή του βουνού την Άνοιξη. Ένα τέλος σαν να κλείνεις το βιβλίο σου απότομα, μην εξανεμιστεί η συγκίνηση, ως πτητική κι εκείνη.

Η εκτέλεση της Μερκούρη είναι η μήτρα κάθε μετέπειτα εκτέλεσης – πώς να το αρνηθείς; Είναι τόσες οι διαδοχικές ή οι παράλληλες αναγνώσεις που προκύπτουν απ’ αυτήν την πλούσια στιγμή, που, για μένα, το μικρό αυτό απόσπασμα αξίζει μια θέση στο εικονοστάσι των μεταπολεμικών μας αγίων. Και ορίζει παράλληλα μια σειρά από υπομνηματισμούς στοιχείων της ρίζας μας που σήμερα μας διαφεύγουν. Ο ερευνητής ενός κοντινού μέλλοντος ίσως ανακαλύψει τα πιο δυνατά στοιχεία της φυλής μας μέσα σε τέτοια φαινομενικά ασήμαντα αποθησαυρίσματα. Και λέω του μέλλοντος, γιατί εμείς σε τούτο το παρόν είμαστε δέσμιοι της συνήθειας, βλέποντας κι ακούγοντας τη σκηνή μπαίνουν ανάμεσα σ’ αυτήν και στην αντίληψή μας δευτερεύοντα στοιχεία, όπως το αν συμπαθούμε επί παραδείγματι τον Χατζιδάκι, τη Μερκούρη, τον Ντασέν, αν βλέπουμε καχύποπτα την ενασχόληση των αστών με τους λαϊκούς τρόπους, αν η ωραία παρέα της ταινίας προσκυνά ετούτα το ωραία περιαστικά στρώματα ως στοιχείο της σάρκας της ή αν τα ξεπουλά με δικά τους έξοδα; Τέτοια ερωτήματα δεν θα υπάρχουν αύριο, και θα ‘ναι πιο εύκολο να δει κανείς τι θα ‘χει απομείνει.

Προχωρώντας όμως: Το πλεονέκτημα ή όχι της εικόνας που συνοδεύει το απόσπασμα με τη Μερκούρη, τίθεται εδώ υπό αίρεση. Πρόκειται στ’ αλήθεια για πλεονέκτημα ή μήπως η εικόνα υποκρύπτει έναν δεύτερο ήχο, μια παράλληλη με την του τραγουδιού ιστορία, που συλλαβίζεται χαμηλόφωνα πλάι στο τραγούδι προξενώντας μια μη ελεγχόμενη αντίστιξη, που με τη σειρά της αποδυναμώνει τις προθέσεις του τραγουδιού; Μα, θα μου πείτε, το τραγούδι γράφτηκε για την ταινία, άρα οι όποιες αντιστίξεις του είναι σε κάποιο βαθμό προγραμματισμένες. Και θα σας απαντήσω ότι τα δαιμόνια παιδιά αποκόπτουν από μόνα τους τον ομφάλιο λώρο τους τη στιγμή της γέννησης. Η εικόνα εν προκειμένω της Μερκούρη μέσα στην ταινία, ίσως να εμποδίζει το τραγούδι να ανοίξει τα δικά του τα φτερά, και εννοώ να έχει μια σειρά από δίκαιες –εκτός ταινίας– αναγνώσεις. Σ’ αυτό οι Pink Martini τα καταφέρνουν ασφαλώς καλύτερα, αφού εκεί καμιά εικόνα δεν δεσμεύει τη φαντασία μας, παρότι λένε πως οι εικόνες στοιχειώνουν διά βίου τους ήχους που παρήγαγαν, και εννοώ πως η εικόνα της Μερκούρη ασφαλώς θα επιστρέφει στη μνήμη μας κάθε φορά που ακούμε το τραγούδι. Παρότι λοιπόν η εικόνα –της Μελίνας, και του δωματίου, και του μεταλλικού κρεβατιού, και του πικ-απ, και του τσιγάρου, και του ανοιχτού παράθυρου, και όλων των άλλων που δεν λέγονται εύκολα μα στέκουν γύρω μας σαν οικογενειακή φωτογραφία απ’ την οποία κανένας συγγενής δεν θα μπορούσε να λείπει–, παρότι λοιπόν η εικόνα είναι εδώ μια δέσμευση, πώς να αρνηθώ ότι το μελαγχολικό χαμόγελο της Μελίνας αποκαλύπτει κάτι απείρως πλουσιότερο απ’ τον ναρκισσισμό της, τον ναρκισσισμό ενός κοριτσιού έτοιμου να καεί μες στη φωτιά της ίδιας του της ερωτικής συγκίνησης, όσο και μιας συγκίνησης που ξεπερνά τα πρόσωπα και γίνεται συγκίνηση υπαρξιακή;

Ας πούμε λοιπόν εδώ πως δουλειά του τραγουδιού είναι να μπαίνει σ’ ένα τέτοιο σημείο ουδετερότητας σε σχέση με την πρωταρχική ιστορία, ώστε να αποδεσμεύεται απ’ αυτήν και να μεταμορφώνεται σε χρησμό, σε μια κουβέντα δηλαδή κατάλληλη για τον κάθε χρόνο. Η εκτέλεση των Pink Martini καταφέρνει εμφανώς (και μιλώ ασφαλώς για τη δική μου μόνον αίσθηση) να φέρει εις πέρας επιτυχέστατα την παραπάνω εργασία, εξ ίσου, αν όχι λίγο περισσότερο απ’ την εκτέλεση της ταινίας.

4e4c6c739f803568f16ebf7aac2cc257Η οικειοποίηση τώρα του τραγουδιού –μες στις δεκαετίες που ακολούθησαν την πρώτη εκτέλεση– από πρόσωπα που θεωρούσαν δεδομένο ότι αυτό, το τραγούδι, είναι από το Όσκαρ κι ύστερα ένας κοινός τόπος της ελληνικότητάς μας (λες και το βραβείο σφράγισε με το αδιαμφισβήτητο της ετυμηγορίας του όχι απλά ένα τραγούδι, αλλά αυτήν ακριβώς την ελληνικότητα), έβαλε ένα ακόμα βαρίδι στην ανάλαφρη ταυτότητα με την οποία πιθανώς να ήθελε ο μπαμπάς του να το προικίσει. Κι όταν εδώ μιλάμε για «ελληνικότητα», δε μιλάμε για κάτι περισσότερο απ’ τον τρόπο που εννοούσε αυτήν την επίσης πτητική έννοια η ελαφρά εφεδρεία της γενιάς εκείνης, η εφεδρεία που θεωρούσε αυτοδικαίως ελληνικό ό,τι οι σύμμαχοί μας με το χοντρό πορτοφόλι έβλεπαν ως τέτοιο.
Θα θυμίσω εδώ ότι ο ίδιος ο Χατζιδάκις ουδέποτε θέλησε να παραλάβει το Όσκαρ, ίσως ψυχανεμιζόμενος την μετέπειτα –απεχθή γι’ αυτόν– χρήση του τραγουδιού. Κι όταν μετά από περιπέτειες του εστάλη, έτυχε αυτό το αγαλματίδιο να παραμείνει για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα στο δικό μου το σπίτι, μες σε μια χαρτοσακούλα, ανάμεσα σε άλλα ασήμαντα πράγματα, γιατί τέτοια αξία του έδινε ο Χατζιδάκις. Τέτοια αξία, που θα μπορούσα κάλλιστα να το κρατήσω εκεί, για διακόσμηση, πράγμα που τελικά ούτε εγώ καταδέχτηκα να κάνω.

Εθεωρείτο λοιπόν το τραγούδι αυτό –με το συνακόλουθο, ασφαλώς, Όσκαρ– τόσο ξεκάθαρα στην αίσθηση όλων ένα αποδεικτικό της διαχρονικής αξίας μας, όσο και ταυτόχρονα ένα σκαλοπάτι στην κατανόηση μιας εθνικής ταυτότητας –τόσο ανόητα κι ανάλγητα απ’ τους επαγγελματίες του είδους τσαλακωμένης μέσα στις στάχτες του πολέμου και του Εμφυλίου που τον ακολούθησε– ώστε ο ναρκισσισμός των εκτελέσεων (κοίτα που η λέξη, εδώ βαλμένη, ηχεί σαν πολυβόλο των συμμάχων) υπήρξε επιβεβλημένος, ναρκισσισμός που απέκοψε το τραγούδι απ’ τις στοιχειώδεις οργανικές του λειτουργίες. Πολύ περισσότερο, ο διεθνής του χαρακτήρας –χαρακτήρας επίσης επιβληθείς απ’ τις εταιρίες που, με το γάντι, υπεξαίρεσαν τα δικαιώματα από έναν αηδιασμένο απ’ την επιτυχία του Χατζιδάκι, και που ανάλογα κινήθηκαν στην συνέχεια για να βγάλουν τα (πολλά) λεφτά τους– αποδυνάμωσε έτι περαιτέρω τις αγνές του ρίζες. Έγινε έτσι αυτό που ο Χατζιδάκις διαλαλούσε: «τσίχλα στο στόμα του κόσμου», ένας τρόπος να προσποιούμαστε πως λέμε κάτι ενώ δεν λέμε απολύτως τίποτα, κάτι σαν την γενικευμένη σημερινή κατάσταση. Έτσι το αποκήρυξε κι ο ίδιος για να ησυχάσει οριστικά και να κινηθεί προς τους Μεγάλους του Ερωτικούς και προς τα άλλα ακριβά των φίλων καφενεία. Οι υπόλοιποι, μεγαλόσχημοι ή μη, συνέχισαν να το γιορτάζουν στα χρόνια που ακολούθησαν, χωρίς να ξεκαθαρίζουν ποτέ τι ήταν εκείνο που γιόρταζαν. Σήμερα μπορώ να πω με βεβαιότητα πως γιόρταζαν τον θάνατο εκείνης της ταυτότητας που το τραγούδι υποτίθεται πως ευαγγελιζόταν.

Η παραπάνω παράνοια, που ο Χατζιδάκις πρόλαβε επαρκώς όσο ήταν κοντά μας να στηλιτεύσει, γιγαντώθηκε στα χρόνια της απουσίας του τόσο, ώστε πλέον να είναι επιτρεπτό, αν όχι επιβεβλημένο, ο κάθε φλώρος (κατά πως θα έλεγαν σε μια χαρούμενη παρέα, αλλά σε μας εδώ είναι ανεπίτρεπτο να λέμε) να θεωρεί τον εαυτό του επαρκή για να φέρει τον θρήνο ενός Επιταφίου (του Ρίτσου ή της Μεγαλοβδομάδας, αδιάφορο) ή για να πει, χτυπώντας παλαμάκια, ένα ζεϊμπέκικο της φυλακής, χωρίς ποτέ του να ‘χει από κει περάσει, εξόν κι ίσως ως μέλος ΜΚΟ που βγάζει τα λεφτά της από τέτοιου είδους τρυφερές φιλανθρωπίες. Έτσι είναι πλέον αδύνατον να επιστρέψει κανείς στη βάση των πραγμάτων, στη ρίζα της καταγωγής τους, μήπως και βρει εκεί μια ξεχασμένη αλήθεια. Μόνον ενστικτωδώς, μόνο μετά από προσευχές και άλλες καλοσύνες που σε καθαρίζουνε, μόνο μετά απ’ το φιλτράρισμα μέσα απ΄ την όμορφη κρησάρα μιας δύσκολα αποκτηθείσας διάκρισης, που πάντως δεν ξεχνά τη σημασία της γιορτής μες στη ζωή μας.

Δίπλα στις τόσες αστοχίες μας, οι Pink Martini –και το ξαναείπα πριν από πολλά χρόνια στο «Σε ποιον ανήκει ο Χατζιδάκις, μέρος Β΄» (θα το βρείτε σε αυτό εδώ το μπλογκ, στην καρτέλα: ΣΤΗΝ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑ ΠΟΥ ΑΝΑΠΝΕΟΥΝ ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ)– επιτυγχάνουν ένα ιερό σκηνικό μέσα στο οποίο το τραγούδι πατά και στους δυο του κόσμους: και στην στενή του ιστορία που επενδύει την ταινία, και στην διαχρονική, έτσι που αρμόζει σε κάθε σοβαρό τραγούδι.

(Μα είναι, θα μου πείτε, αυτό ένα σοβαρό τραγούδι; Ο Χατζιδάκις έλεγε πως όχι, όμως εμείς δικαιούμαστε να κρατάμε μικρό καλάθι ως προς τα –υγιή πάντως– κίνητρα των κρίσεών του.)

Να προσθέσω ότι οι Pink Martini διατηρούν εδώ ένα εξαίσιο πλεονέκτημα: Είναι ξένοι, οπότε κανείς δεν θα τους κατηγορήσει για «πατριδοκαπηλία».

Στο διά ταύτα: Μερκούρη-Forbes: 0-0. Κι αυτό παρότι η Μελίνα έπαιζε στην έδρα της και μάλιστα με εκείνα τα πάντα ερυθρόλευκα παιδιά του Πειραιά, τότε που γύρω από την αύρα τους δεν δέσποζαν πολιτικοί και πρόεδροι. Κι αυτό παρότι η Forbes επιχείρησε φιλότιμα κι επιτυχέστατα να αντιγράψει τη Μερκούρη, επιτυχέστατα κατά το ότι σε μια περιοχή, κι ίσως ερήμην της, την ξεπέρασε. Κι αυτό γιατί, κατά την καφενειακή μου πάντα άποψη, κάτι μέσα της τραγούδησε πέραν της καταγωγής, απ’ το κοινό μας σημείο που μιλά σ’ όλες τις γλώσσες, και που μπορούμε να ονομάσουμε: «το κέντρο που γεννά το ανεξήγητο στη Μουσική».

Και να μην ξεχάσω να επιμείνω: καθοριστικό ρόλο σ’ αυτό το καθάρισμα των αυτοματισμών έπαιξε το ηχητικό σκηνικό που έστησαν οι Martini, και που καθόλου δεν θυμίζει το μπουζούκι της ταινίας – το σεμνό παρόλα αυτά μπουζούκι του Ζαμπέτα. Το ηχητικό τούτο σκηνικό, με το βαθύ τύμπανο και τα υψηλόσυχνα καμπανάκια, μοιάζει μες στη λιτότητά του να ανακαλεί μια πανάρχαια τελετουργική μήτρα της φυλής. Παράλληλα, είναι σίγουρο πως οι Martini δεν κατόρθωσαν να αναπαραγάγουν ένα τέτοιο σκηνικό στις συναυλίες τους, και, για του λόγου το αληθές, ψάξτε τα βίντεο των επισκέψεών τους στην Ελλάδα. Εκεί, η ίδια η αλλοτρίωση του (ελληνικού) κοινού, που διακαώς και διαχρονικά επιθυμεί την ισοπέδωση κάθε ταυτότητας –προκειμένου να ομοιογενοποιηθεί το αίσθημα και να τύχει της πρέπουσας κολακείας η εθνική μας περηφάνια μες σε μια τουριστικού βεληνεκούς εορτή– δεν θα μπορούσε να το επιτρέψει.

Στο τέλος όλων: Είναι τα «Παιδιά του Πειραιά» ένα καλό τραγούδι;

Ποιος ξέρει; Σε κάποια πράγματα οι απαντήσεις έχουν τόσο προ πολλού ξεπεραστεί, ώστε δεν έχουν πια καμία σημασία.

Γιώργος Μουλουδάκης, 4 Μαρτίου 2020


ΤΑ ΔΥΟ ΒΙΝΤΕΟ
————————————————
Οι Pink Martini:
https://www.youtube.com/watch?v=tyZQrfgE5Gc

Η Μελίνα:
https://www.youtube.com/watch?v=DyPs49e1V3c

————————————————————

ec0702e7d34f8fc1a7ebc081192f58a4

Συνέχεια

ΘΕΙΑ ΜΟΣΧΟΥΛΑ

Brooms

Σκουπίδια όμορφα, σκουπίδια να γεμίσουνε τα δευτερόλεπτά σου όλα, απ’ την εκκίνηση ως τον τερματισμό, όλα σου τα χιλιόμετρα, όσα σου αναλογούν, ή και να πεις, όλα τα στάδια στον χρόνο ετούτον τον πολύ, στον χρόνο ετούτον τον ελάχιστο, που σε ακολουθεί σαν τον πιστό τον υπηρέτη και που δεν ξέρεις πότε θα σε αδειάσει σ’ έναν έρημο σταθμό ή σε μια στάση πολύβουη -το ίδιο θα ‘ναι, αφού και οι νεκροί είναι κωφάλαλοι- μα και ποιος ήξερε ποτέ τον χρόνο του, εκτός κάποιοι Άγιοι, κι αυτό με επιφύλαξη, σκουπίδια να γεμίσουνε τα κάθε ίσως και τα κάθε σου μπορεί, τα κάθε θέλω και τα κάθε είμαι, την κάθε λίγη υποψία να ‘σαι κάποτε ακέραιος Εσύ, μέσα στο σύμπαν το μικρό, μέσα στο σύμπαν το ακατάλυτο, που σε κρατά στη ράχη του σαν το μυρμήγκι και σε πάει όπου δεν ξέρεις. Συνέχεια

ΤΟ ΚΛΑΡΙΝΟ ΤΟΥ ΜΗΤΣΟΥ ΜΠΑΤΖΗ ΚΟΙΜΑΤΑΙ ΣΤΗ ΜΕΘΟΡΙΟ

Συνέχεια

«ΕΝΗΛΙΚΟΙ ΣΤΗΝ ΑΙΘΟΥΣΑ», ΑΝΗΛΙΚΟΙ ΣΤΟΝ ΚΑΝΑΠΕ – ΓΙΑ ΜΙΑ ΤΑΙΝΙΑ ΤΟΥ ΓΑΒΡΑ

costgavrelelcelec

Αυτό που λέμε κοινή γνώμη δεν μπορεί παρά να είναι ένας ευφημισμός, η μετονομασία μιας απλής εικασίας που ονοματίζει ένα τυχαίο σημείο του κυματισμού της πλειοψηφούσας μέσα στην πόλη άποψης, δίνοντας του προσωρινά τα σκήπτρα. Κύριο χαρακτηριστικό της είναι το ότι διαμορφώνεται ευθέως ανάλογα με τον προσανατολισμό ενός εκάστου, με το προς τα πού συλλαμβάνεται εστιασμένο το ενδιαφέρον του, σε ποιό ρητορικό σχήμα απλώνει ευήκοον ους, αλλιώς: σε ποιο πλυντήριο απόψεων λευκαίνει τα λερωμένα της κάθε του μέρας. Πλυντήριο ας βαφτίσουμε σήμερα, χάριν παιδιάς, τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, ή Μαζικής Αποκοίμισης, έννοιες που περπατάνε αγκαλιά στον δρόμο σαν τις παλιές τις φιλενάδες, οπότε μπορούμε να διαλέξουμε ελεύθερα. Κι η ενημέρωση, κατά πως ξέρουμε, αλλάζει φάτσα σαν αποκριάτικη μουτσούνα, μεταμορφώνεται με εκθετικές ταχύτητες, ευθέως ανάλογες με το μπροστά σε ποια κλειδαρότρυπα διαλέγει κάποιος να λαθροθηράσει τις ειδήσεις του ή με ποιο κομματικό πρόσημο στολίζει την κοσμοθεωρία του, εκείνο το παλιομοδίτικο φίλτρο που κάποτε υποσχόταν να αποκρυπτογραφήσει τα ανεξήγητα του κόσμου.

Άλλο που ξέρουμε είναι πως μες στον κυκεώνα των μετονομασιών σπανίως συναντάμε άποψη πρωτότυπη, να λάμπει σαν αστερίας σε ξεχασμένο βυθό, άποψη που να εκπορεύεται στοιχειωδώς από το πρόσωπο που την εκφέρει. Τότε είναι που η καρδιά μας έρχεται στη θέση της, γλυκιά ανακούφιση κυριεύει τα μέλη, έπαινος χειμαρρώδης και ανεπιτήδευτος αναδύεται απ’ τα ακόμη αφύλαχτα σύνορα του ηλιακού πλέγματος, εν είδει κύματος που δρασκελάει το κατώφλι της συγκίνησης, έτσι όπως κάποτε, καβάλα σε ποδήλατο, ενώ ορμούσες απ’ την κορυφή του όρους Αιγάλεω με κατεύθυνση τον όρμο που πριν από λίγο φιλοξένησε τη ναυμαχία της Σαλαμίνας, κι ενώ στον λαβύρινθό σου ταξίδευε ένα απ’ τα τελευταία κουαρτέτα του Μπετόβεν ανάμεικτο με ήχους της Αττικής γης, υπήρχε περίπτωση να μην αντέξεις την ευτυχία και να σε πάρουν τα κλάματα.

Κάνω αυτή την εισαγωγή επειδή σ’ αυτά που θα πω στην συνέχεια δεν θα ήθελα να συλληφθεί λαθρεπιβάτις καμιά συγκίνηση, πράγμα δύσκολο καθώς θα υποπτεύεστε. Μόνον έκπληξη θα ήθελα, έτσι που μες στην απολύτως αδιάφορη θέα μπορεί κάποτε να σε φυσήξει το αεράκι ενός επιδέξια κρυμμένου νοήματος. Έτσι και στο τέλος της προβολής της ταινίας του Κώστα Γαβρά Ενήλικοι στην αίθουσα, κατ’ αρχήν στηριγμένης στο βιβλίο του Γ.Βαρουφάκη, κάτι αίφνης περπάτησε απ’ τα πίσω δωμάτια, απρόσκλητο, κι έδωσε άλλο νόημα σε μια κατά κοινή ομολογία –κατά την παραπάνω δηλαδή κοινή γνώμη– αδιάφορη ταινία.

Κι εδώ να προλάβω να πω, γιατί κι η τιμιότητα πρέπει να κάνει τον θόρυβο νομίσματος που πέφτει στο πάτωμα: αδιάφορη και για μένα, από άποψη «καλλιτεχνική» –να μια λέξη που όσο απεχθάνομαι, τόσο πάνω της πέφτω–, αν έχει νόημα ένας τεμπέλης περιπατητής των σαββατιάτικων αιθουσών να μιλά σαν κριτικός κινηματογράφου, αλλά ας είναι. Και επί τόπου θα εστιάσω σε ένα ερώτημα που είναι για μένα –και για τα παρακάτω– καίριο:

Σε ποιαν άραγε Αίθουσα αναφέρεται ο Γαβράς, όταν μιλά για ενήλικες; Στην αίθουσα προβολής που μέσα της βυθιζόμαστε για να ονειρευτούμε εκείνο που δεν είναι έξω ή στην αίθουσα που –κατά τα φαινόμενα ατύπως και παρανόμως– συνεδριάζει το Eurogroup;

Εκεί λοιπόν, στο τέλος της ταινίας, λίγα πλάνα πριν απ’ τους τίτλους κι ενώ το σκηνικό γίνεται ασπρόμαυρο, ο Γαβράς αποφασίζει να κλείσει με δυο τρεις φράσεις, που υπενθυμίζουν, και στον ενήλικο και στον ανήλικο, ότι αυτά που μόλις είδε ουδέποτε υπήρξαν μυθοπλασία, μα η απρεπής πραγματικότητα που αυτοβούλως παραβλέπει, αγκαλιάζει, ζει, ως εάν… Υποπτεύεσαι έτσι το αδιανόητο, σαν μόλις να ξύπνησες από λήθαργο βαθύ, πως ο Γαβράς –συνειδητά άραγε;– έστησε την παρούσα περιπατητική οδό ως ένα φιλμ απονευρωμένο από καλλιτεχνικές προσδοκίες, ένα φιλμ που οι εμπαθέστεροι ημών έσπευσαν πριν ακόμη απ’ την πρώτη προβολή να διαλαλήσουν ως μέτριο. Μας δώρισε, λέω, ο Γαβράς το πιο νεαρό παιδί ενός ανθρώπου που δεν μπορεί παρά να είναι –και μόνον εξαιτίας της μεγάλης πείρας του– επαρκώς επιδέξιος καπετάνιος ώστε να αποφύγει τους σκοπέλους ενός χαλαρού ρυθμού με απρόσμενα πηδήματα του θυμικού, σαν κενά αέρος σε πολυτελή πτήση, κι ενός ελαφρώς διδακτικού ύφους, κάτω απ’ τον κυματισμό μιας αφήγησης που δυσκολεύεται να γίνει συναρπαστική για τον μέσο θεατή –και μένει να απαντηθεί τι χαρακτηριστικά έχει άραγε αυτός ο, και πάλι μέσος, θεατής. Αυτό είναι όμως η δική μου μόνον η ματιά, στην ώρα μου εκείνη την τυχαία, και παρότι χάρηκα κάποιες εξαίσιες στιγμές των προσώπων. Το πότε όμως, το πού και το πώς συναντάς το παιδί του άλλου, παίζει κι αυτό τον ρόλο του, γι’ αυτό και δεν διαβάζω κριτικές, εκτός κι έχουνε χιούμορ.

Μήπως δεν θέλει, λέω λοιπόν, ο Γαβράς; Μήπως κάποιος μέσα του δεν του επιτρέπει, στη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή που η χώρα ισορροπεί και πάλι στο μετέωρό της βήμα, την ντροπιαστική –για κάθε άνθρωπο με καλλιτεχνικό ήθος– χρήση των δοκιμασμένων κόλπων, της αποθησαυρισμένης τεχνικής, της καθιερωμένης μεθόδου; Μήπως είναι τέτοια η φτιαξιά του, που δεν θα απέφευγε το παγερό ενδεχόμενο οι Ερινύες να του ξύσουν μιαν ήσυχη νυχτιά την πλάτη, στην περίπτωση που θα τολμούσε να μιλήσει σήμερα στους συμπατριώτες του απ’ το βάθρο του επαγγελματία; Μήπως είναι πιο πρέπον να μιλήσει σήμερα σαν άνθρωπος του καφενείου, με το ωραίο εκείνο τραύλισμα που κάνει την αλήθεια διάφανη, λεία, φρεσκοπλυμένη στο κρασί της παρέας;

Έτσι, αντί για αυτόν τον επαγγελματισμό –που παρίσταται μόνον αμήχανα για το μέτρο τέτοιου σκηνοθέτη, μόνο «ως εάν», για την τιμή των όπλων–, ως αντίδωρο για την φιλότιμη υπομονή του θεατή αφήνει στο τέλος μια πληροφορία σαν ασκητής που διασχίζει πεζή την έρημο του Σινά, έναν μοναχικό σχολιασμό μες στην απόλυτη σιωπή μας, ένα λες προσωπικό προς τον καθένα μήνυμα μες στο μπουκάλι τού –παρ’ ολίγον ή του πριν από λίγο– ναυαγού, ένα ερώτημα σαν σκουλήκι-δόλωμα στο αγκίστρι της πραγματικότητας που είναι και πάλι πραγματικότητα, για να πιαστείς, να πονέσεις, να φοβηθείς, να ξανάρθεις με την καρδιά σου ολάκερη μπροστά σε κείνο που σε καίει, με τον αρμόζοντα σεβασμό και με την πρέπουσα αξιοπρέπεια:

Όχι. Αυτό που μόλις είδες δεν ήταν μια ταινία. Ήταν η τραβηγμένη σε σκληρό φως κι ανεπεξέργαστη πόζα της χυδαιότητας που, πλανητικά, στοιχειώνει τον δημόσιο βίο σου. Κι αφού υπάρχει και σαπίζει ετούτη η χυδαιότητα, ως κάποτε ζωντανός οργανισμός (και το κακό θα είχε κάποτε τον λόγο ύπαρξής του), κι αφού κανείς δεν την αρνείται, κανείς δεν καταγγέλλει το κατάφωρο ψεύδος της διαπίστωσης μα όλοι περί άλλα τυρβάζουν, κι αφού, πλέον το ξέρουμε, το ξεχασμένο στα θεμέλια πτώμα είναι που εκπέμπει αυτή τη δυσωδία, ετούτη την αποφορά που συνηθίσαμε και ανεχόμαστε σαν ήλιο που ανατέλλει από τη δύση αδιαμαρτύρητα, ε, τότε δικαιούμαστε κι εμείς να συμπεράνουμε δύο τουλάχιστον πράγματα. Όχι;

ΠΡΩΤΟΝ: Ο Γαβράς συνειδητά έστησε μια ταινία με ανάστροφη στόχευση (στόχευση προς τον μη «καλλιτεχνικό» της στόχο εννοώ) για να τονίσει το αδιανόητο μιας μη μυθοπλασίας που λερώνει την οθόνη με πραγματικό αίμα, αίμα δικό μας, των θεατών, κι αυτό για να μας ξυπνήσει απ’ τον πιθανό –μα τι λέω– λήθαργο. Και τι θα ήταν πιο δυνατό, σαφές και αδιαμφισβήτητου κύρους χαστούκι στις παρειές του αστικού μας ύπνου, από αυτήν την «καλλιτεχνική απρέπεια» ενός μυθικού στο συλλογικό ασυνείδητο της αριστεράς προσώπου, που έρχεται με «δώρο ασημένιο ποίημα» στα χέρια του μια ταινία ανοίκεια για τα αισθητικώς εξαρτημένα ανακλαστικά μας; Καλά να πάθουμε! Ο Γαβράς αντεπιτίθεται, θυσιάζοντας τον ναρκισσισμό του ονόματός του, κι αυτό είναι ίσως από μόνο του ένας σύγχρονος ορισμός του πατριωτισμού. Κάποτε θυσίαζαν το ίδιο τους το σώμα. Εδώ, το όνομα –και με κάθε σεβασμό στους πατεράδες μας– είναι πιο ακριβό απ’ το σώμα. Στον συλλογικό μύθο του μισού αιώνα που πέρασε, το όνομα του Γαβρά είναι πιο σημαντικό απ’ τον ίδιο όταν πίνει καφέ στο Κολωνάκι.

(Θα θυμηθώ εδώ πως ήταν ο Γαβράς που, το 1985, την εποχή του ήδη κακοφορμισμένου αυριανισμού, ήρθε απ’ το Παρίσι για να γυρίσει μέρος της ταινίας του Οικογενειακή Υπόθεση στην έπαυλη του Αλέξανδρου Ιόλα. Κι αυτό όχι για να τον χρησιμοποιήσει, μα για να τον προστατέψει, όπως μου θύμισε πρόσφατα ο Σωτήρης Κακίσης. Ο Χατζιδάκις κι ο Τσαρούχης είχαν τη δύναμη και το σθένος να αντεπιτεθούν στον οχετό του αδιανόητου, πράγμα που ασφαλώς και δίχως δεύτερη κουβέντα έκαναν. Τον Ιόλα τον προστάτευσε ο Γαβράς, κι αυτό είναι ένα ωραίο δείγμα του ήθους του ανδρός, που δεν ήξερα – κι ευχαριστώ Σωτήρη. Έτσι, μου κουμπώνουν σαν καλοραμμένο πανωφόρι και τα σημερινά.)

ΔΕΥΤΕΡΟΝ: Ο μέσος πολίτης (ερευνάται ο πολύτιμος ορισμός του) έχει εδώ και δεκαετίες τόσο ανεπιστρεπτί διολισθήσει στην οπτική τού: «–Δέξου το, έτσι είναι τα πράγματα!», που μπορούμε ήδη να τον θεωρούμε εθελούσιο δεσμώτη της δυνητικής πλανητικής δικτατορίας, που θα ήταν υπεραισιόδοξο πλέον να χρεώνουμε στα αποκυήματα των θεωριών συνωμοσίας, και που κατά το δοκούν χειρίζεται το ολίγον του βίου του. Η δικτατορία αυτή δεν λαθροβιεί σε στοές υπόγειες και πόλεις λαξευμένες στις γαστέρες των οροσειρών, ούτε σε άλλα απόρθητα του φαντασιακού μέγαρα, αλλά ασχημονεί μπροστά στα μάτια του, έχει στοιχειώσει το σώμα του, κυκλοφορεί στο αίμα του σαν δεύτερο εγώ, τυλιγμένη στο θυμικό του σαν μυθική βδέλλα που απομυζά το νόημα κάθε ωραίας πράξης. Κι όμως, εκείνος αντιμετωπίζει αυτή τη βάρβαρη μέσα στα σπλάχνα του κατάληψη ως λεπτομέρεια τηλεοπτική, εικονική πραγματικότητα, παράδρομο των κεντρικών δελτίων ειδήσεων, ως γεγονός που αδυνατεί έστω και κατά χιλιοστημόριο να επηρεάσει, έτσι καθώς αμέριμνος, βουλιαγμένος στην ζεστασιά του καναπέ του ταξιδεύει τον υποθαλάσσιο παράδεισο των εικόνων. Εδώ όμως το πλαγκτόν έχει απολέσει τις θρεπτικές του ιδιότητες. Και το θέαμα –τι σύμπτωση!– δεν διαθέτει διαδραστικό software, δεν συνδέεται με οποιονδήποτε τρόπο με την δική του γνώμη, παρότι κυριεύει και καθορίζει τη ζωή του. Η μόνη εξουσία που του παραχωρείται είναι εκείνη του τηλεκοντρόλ, που κάθε τόσο τον μετακινεί σε ένα άλλο σημείο του λαβυρίνθου, σε έναν νέο, επίσης μη διαδραστικό, κόσμο, σε μιαν άλλη –δεύτερη, τρίτη, πολλοστή– οπτική της «κοινής γνώμης». Αυτός ο εξαιρετικά χυδαίος, μες στην απλότητα της σύλληψής του, κατευθυνόμενος πληθωρισμός των επιλογών είναι που θα διασφαλίσει την κατά κυριολεξίαν «στεναχώρια» του, το πλάκωμα μιας σκλαβιάς σχεδόν Σολωμικής, αν όχι υπερβαίνουσας την ίδια την φαντασία του Σολωμού, και στη συνέχεια θα φροντίσει για την έλλειψη χρόνου και ενέργειας ώστε να αποτραπεί η όποια διαμόρφωση μιας στοιχειώδους ατομικής γνώμης, μιας γνώμης που να στέκεται επιτέλους στα δικά της τα πόδια. Η γνώμη –κοινή ή μη– θα παραμείνει ανάπηρη μέχρι νεωτέρας. Το μόνο που για τώρα δωρίζεται, ως ανταμοιβή της τακτικής δουλείας του, είναι το ταπεινωτικό τσεκάρισμα στο λευκό κουτί του multiple choice.
Και έτσι θα παρέλθει κι ετούτη η πραγματικότητα, θα εξανεμισθεί το γεγονός, όπως κι η ίδια η ζωή, ώρα την ώρα, μέρα τη μέρα, θα απονευρωθεί κάθε ίχνος επαναστατικού σθένους, κάθε κέφι, κάθε ορμή, κάθε έρωτας για έναν προορισμό λίγο πιο πάνω απ’ τη γη που πατούνε τα πόδια μας, παρέα στο ολόφωτο τραμ του Εγγονόπουλου, αγκαλιά τον πρώτο έρωτα, την ουτοπία που τάισε την ψυχή μας κάποτε. Και ποιος δεν διψά σήμερα για όνειρο, για άλλο νόημα σε έναν βίο που εξευτελίζεται μες στην υπνοβασία;

Είναι λοιπόν η ταινία του Γαβρά μια κακή ταινία; Ποιος νοιάζεται; Και είναι απορίας άξιον που οι περισσότεροι φίλοι αυτό το άλογο καβαλάνε για να τους πάει στον δημόσιο χώρο. Το καίριο για μας δεν είναι η ταινία. Άλλωστε κριτικοί δεν είμαστε, κι ούτε το θέλουμε, σχολιαστές μονάχα είμαστε «του καιρού και της ευαισθησίας», κατά πως θα ’λεγε κι ο φίλος μας ο εκλιπών, καλή του ώρα. Επιπροσθέτως, ουδόλως με απασχολεί το μπόνους που διατείνονται ότι, εμμέσως, καταβάλλεται στον Γ. Βαρουφάκη μέσω της ταινίας. Δεν είναι άραγε οφθαλμοφανές ότι –ανοήτως– κοιτάμε εάν το δάχτυλο που δείχνει την επερχόμενη καταστροφή έχει το πρέπον μανικιούρ, κι ετούτο πίνοντας την κόκα κόλα μας αμέριμνοι; Η εμπάθεια μόνον κατά σύμπτωση έγινε μες στην ιστορία μας καύσιμο για να πάμε κάπου. Και είναι επικίνδυνοι οι δρόμοι που ανοίγει όποιος την χειρίζεται. Μα αφού μιλάμε για ενήλικες τότε καμιά εμπάθεια δεν θα ‘πρεπε να επιτρέπεται σ’ αυτή την αίθουσα. Ή μήπως δεν μιλάμε για ενήλικες;

Δεν είναι το λοιπόν το σώμα της ταινίας και το σενάριό της στο τραπέζι, αλλά το γεγονός πως αφορμή τους υπήρξε η αδιανόητου αίσχους πραγματικότητα που προσπερνάμε ως παρωνυχίδα. Επαναλαμβάνομαι; Δεν πειράζει. Κάθε κάστρο έχει το αδύναμο σημείο του, κι αποστολή του επίμονου στρατιώτη είναι να το κυκλώνει αδιάκοπα. Έως ότου.

Στο σκηνικό που περιγράφεται εδώ, ίσως για μια φορά όντως ο σκοπός θα ήταν δίκαιο να αγιάσει τα μέσα. Στις εξασφαλισμένες ήδη αντιρρήσεις σας θα απαντήσω ότι προσωπικά ουδόλως με ενδιαφέρει αν ο Γαβράς συνειδητά αποφασίζει το συγκεκριμένο αποτέλεσμα ή αν κάτι ξαπλωμένο στα πιο ήσυχα δωμάτια του ασυνείδητού του τον σπρώχνει εκεί. Κάθε άνθρωπος είναι ένα ωραίο κρεμμύδι επιστρώσεων, ιστορίας, προθέσεων και πράξεων, φανερών πραγμάτων και κρυφών. Αν μια –έστω κρυφή– επίστρωση λειτουργεί ως βαρίδι στον επαγγελματία και τον εμποδίζει να κινηθεί «επαγγελματικά», εγώ θα την καλωσορίσω, όπως θα καλωσόριζα σ’ ένα στρυφνό δελτίο ειδήσεων ένα σκίσιμο της αξιοπρέπειας του παρουσιαστή, μια ωραία οπή ανθρωπιάς, ένα σπάσιμο της φωνής απ’ τη συγκίνηση στην εκφορά μιας είδησης, που ο αρχισυντάκτης απεχθάνεται μα εγώ αγαπώ. Στον άλλο κόσμο, στους αντίποδες της σπασμένης φωνής του παρουσιαστή και του Γαβρά, η πειθαρχημένη σκληρότητα λειτουργεί αδιατάρακτα σαν ελβετικό ρολόι, οι Ελβετόψυχοι που μας κληροδότησε ο Πανούσης έχουν ανεβάσει τα πόδια τους στο γραφείο μας και παραγγέλνουνε καφέδες. Εδώ, έννοιες όπως μαφία, απατεώνας, πολιτικό σκουπίδι, θα διεκδικούν καινούργιο νόημα στο μέλλον μας. Κι αυτό το μέλλον ήρθε ήδη. Εδώ, όλα θα γίνουν κατά πως τα ξέραμε: Ο πληθωρισμός της πληροφορίας θα αποκρύψει τα διά γυμνού οφθαλμού ορατά. Τα κλεμμένα θα κρυφτούν στο εξακολουθητικά προφανέστερο σημείο: κάτω απ’ τη μύτη μας. Μόνο που οι αρχιτέκτονες ετούτου του κρυφτού των ενηλίκων είναι η ζώσα αριστεία της αφρόκρεμας των κορυφαίων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, υπέρτατοι μαΐστορες της τέχνης της μετονομασίας, που ξέρουν ήδη πως μας έχουν μες στον εφησυχασμό κατατροπώσει, κι όταν χρειάζεται, αποκοιμίσει κάτω απ’ τις ουρανομήκεις τους κραυγές, έτσι καθώς ουρλιάζει ο κλέφτης και το αδειανό βαρέλι, μήπως και φοβηθεί ο σπιτονοικοκύρης. Το ξέρουμε δα, στην επικράτεια του ψηφιακού σύμπαντος αν ο φονιάς κοιτά συγκινημένος προς τη δύση πάνω απ’ την Καλδέρα, κανείς δεν θα κοιτά το πτώμα. Κι όμως, το αίμα πάνω σ’ αυτές τις πέτρες έχει μυρωδιά, ο νεκρός στη βεράντα μας δεν είναι ολόγραμμα.

Έτσι, αν ήμουν στη θέση του Γαβρά κι ήθελα ν’ αφήσω μια διαμαρτυρία στη μέση του σαλονιού όλων μας σχετικά με τα αίτια που σκιάζουν τον βίο μας των τελευταίων ετών, κι εφόσον ασφαλώς δεν θα καταδεχόμουνα να εξαργυρώσω το πιασάρικο θέμα με ένα ακόμα βραβείο, θα φώναζα με τα χίλια μου στόματα πως «ο Βασιλιάς είναι γυμνός!», πως εκείνο που χαϊδεύει τις νύχτες μας δεν είναι το αγιόκλημα αλλά η σάπια σάρκα του αυτοκράτορα, θα έκανα δηλαδή ετούτη τη συγκεκριμένη ταινία, τίποτα περισσότερο. Μια ταινία που να κινείται τόσο αμήχανα στην πλευρά της μυθοπλασίας που δεν είναι μυθοπλασία, ώστε θα τραβούσε κάτω απ’ τα πόδια του θεατή το χαλί της όποιας αγοραίας συγκίνησης που θα τον καθησύχαζε, της όποιας αισθητικής απόλαυσης, του όποιου θαυμασμού προς τον δημιουργό και μιας σειράς ακόμα τέτοιων ωραίων όποιων (και οπίων) των «καλλιτεχνικών» πραγμάτων. Έτσι, το μόνο που θα του ’μενε στο τέλος θα ήταν η θεομηνία του γυμνού γεγονότος – αυτό κι αν είναι δώρο.

Εδώ όμως είναι πάντα νύχτα. Το τρίκυκλο του Κοτζαμάνη διασχίζει την πλατεία και κινείται στριγγλίζοντας για μια ακόμα φορά προς τον Γρηγόρη Λαμπράκη. Ετούτη τη φορά, όμως, ο Λαμπράκης είμαστε όλοι μας.

Ο Γαβράς ακούμπησε μια ασφαλισμένη χειροβομβίδα στο σαλόνι μας και μας άφησε να πράξουμε κατά βούληση. Να την πετάξουμε στα σκουπίδια ή να αναρωτηθούμε τι είναι ετούτο το μαγιάτικο λουλούδι μες στην φούχτα μας, λουλούδι που ποτέ του δεν θα εκραγεί μα που είναι η ρίζα της ελευθερίας μας. Αυτό για μένα είναι σεβασμός στην ιστορία του και βαθιά υπόκλιση στο αυτεξούσιο όλων. Δεν ρητορεύει. Εμπιστεύεται. Για αυτό και μας αφήνει το διφορούμενο Ενήλικοι στην αίθουσα, συλλαβίζοντας την μία δοξαστική και αυτοεκπληρούμενη προφητεία για το βραχύ μας μέλλον:

Οι ενήλικοι, για μια φορά, δεν θα ΄ναι πάνω στο πανί. Θα είναι μες στην αίθουσα: Εμείς.

Γιώργος Μουλουδάκης, 8 Οκτωβρίου 2019

Συνέχεια

ΦΥΣΑΕΙ ΣΤΑ ΤΕΙΧΗ ΤΟΥ ΧΑΝΔΑΚΑ

Είναι ανάγκη κάποτε οι άλλοι να μιλήσουν για τον τόπο σου. Θα ‘ρθει ο καιρός που στόμα ξένο θα πιάσει τον σωστό ρυθμό να τραγουδήσει ό,τι εσύ δεν μπόρεσες, έτσι, μήπως και μες στο ανεστραμμένο του καθρέφτη του αρτιωθεί το ένα είδωλο της πόλης σου, κι ύστερα το ένα είδωλο του αγνώστου μέσα σου, από αιώνες συγγενή. Κάποτε αυτοί οι ξένοι κατοικούν στο παρελθόν, κάποτε είναι δίπλα σου και νοιάζονται μ’ όμοιο με σένα τρόπο για τους ψιθύρους που μέρα τη μέρα αρθρώνουν ένα τοπίο, κι ύστερα για το πώς το τοπίο αυτό ξεφλουδίζει για να αποκαλυφθεί η δική σου φυσιογνωμία. Τότε είναι που ξέρεις: μάνα και πατέρας σου υπήρξαν μια στοίβα πέτρες βαλμένες στη σωστή τη θέση. Κι ίσως σπαράγματα μιας αγιογραφίας που δεν έχεις ακόμα δει. Στα θεμέλια της Κνωσού ή στο καθολικό ενός μοναστηριού.

Ανδρώθηκα -αν έχει ακόμα τίποτα να πει μια τέτοια λέξη- στου Ηρακλείου τα σοκάκια, του Μεγάλου Κάστρου, του Χάνδακα, της Γορτύνης, όπως κι αν λέτε ετούτο το παλίμψηστο αναγνώσεων του ίδιου ουρανού και της ίδιας θάλασσας ερωτηματικών. Υπήρξανε στιγμές, ήδη από παιδί στιγμές, που οι άλλοι έλεγαν αφηρημένες μα εγώ τις έλεγα της καταβύθισης, τότε που σ’ άρπαζε απ’ το χέρι ο δαίμονας και σ’ οδηγούσε δίχως δεύτερη κουβέντα, όπου. Στιγμές που ‘χες τη βεβαιότητα ότι οι πέτρες σε κοιτούν στα χείλη και περιμένουν την πρώτη σου λέξη για ν’ αρχίσει το κουβεντολόι. Αν άνοιξα ποτέ μια τέτοια παρτίδα μαζί τους, ήταν με τρόπο που δεν καταγράφεται στη μνήμη. Η ακριβή(ς) στιγμή δεν καταδέχεται άλλο απ’ τη σωματική μεταγραφή της, από μια κίνηση αδιόρατη που, πάει, χάθηκε, εξόν και κάποιος ήτανε εκεί, την ώρα τη σωστή, και σου την έκλεψε. Έτσι και σήμερα, μπορώ να πω ότι εκείνο που υπήρξα ήταν μια επιλογή του τόπου μου που περπάτησε γύρω μου γεμάτος περιέργεια ενώ εγώ στεκόμουν μέσα του ακίνητος, παρά μια δική μου επιλογή. Ποτέ δε μ’ έφεραν τα βήματά μου πέρα απ’ αυτό το σημειωτόν, που το περικύκλωσε πλήθος αεικίνητων κτιρίων, χαλασμάτων, τάφων, τάφρων, θεμελίων και θόλων ενός κόσμου που θα παρέμενε ασάλευτος σαν τοιχογραφία, μα μόλις του γυρνούσα την πλάτη θα άλλαζε θέση με ταχύτητα ιλιγγιώδη, για να με ξανασυναντήσει αύριο, αλλιώς προσανατολισμένος.

Δυο τέτοιες επισκέψεις του τόπου μου αξιώθηκα αυτό το καλοκαίρι, επισκέψεις του αεικίνητου πλήθους των κτισμάτων μες στο απρόσμενο των καταστάσεων. Η μία είχε τη μορφή βιβλίου της κας Τασούλας Μαρκομιχελάκη για τον “Λογοτεχνικό χάρτη του Βενετσιάνικου Χάνδακα”, με τίτλο: “Εδώ, εις το Κάστρον της Κρήτης…”. (*) Η άλλη είχε τη μορφή σειράς εκδηλώσεων του Δήμου Ηρακλείου, στο πλαίσιο του “Κρήτη, μια ιστορία, 5+1 πολιτισμοί”, με ευθύνη της κας Αριστέας Πλεύρη, αντιδημάρχου πολιτισμού στη δημοτική αρχή με προεξάρχοντα τον Βασίλη Λαμπρινό. (**)

Συνέχεια

Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ ΑΥΛΩΝΙΤΗ

wkdaul2

Αν ένας άνθρωπος γεννιόταν το 1957, θα ήταν σήμερα 62 ετών, σε ένα νεανικό δηλαδή σημείο της ωριμότητάς του. Αν ήταν σκύλος, δεν θα περπατούσε ανάμεσά μας, αν ήταν χελώνα, θα διήνυε με αργά βήματα την πρώτη της εφηβεία, κι αν ήταν αγριελιά, το σημάδι του αγαπημένου της ενεστώτα θα ήταν αόρατο διά γυμνού οφθαλμού σε έναν δυνητικό επόπτη του βίου της, στην περίπτωση που θεός και άνθρωπος της τον επέτρεπαν. Αυτά, για να καταλήξω στο ότι τότε και τώρα, παλιό και νέο, είναι όμορφες σχετικότητες, όσο και το ψυχικό αποτύπωμα των εικόνων και των γεγονότων πάνω στο φωτοευαίσθητο φυλλαράκι της ύπαρξης, κατά τη διάρκεια της μοναδικής εκείνης στιγμής που στα βάθη του σκοτεινού θαλάμου επιτελείται η εμφάνιση του μαγικού τόπου, η μεταμόρφωση της κάμπιας σε πεταλούδα, η λέξη προς λέξη αποκρυπτογράφηση του βωμού με τα ιερογλυφικά, η λυτρωτική ανάδυση στην επιφάνεια της συνείδησης της ιδιωτικής μας Αφροδίτης, η στερέωση εν ολίγοις στην επικράτεια του νοήματος της μίας και μοναδικής μας πραγματικότητας. Από μιαν άποψη, πραγματικότητα δεύτερη δεν υπάρχει. Συνέχεια

Αρέσει σε %d bloggers: